|
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ 'ΕΝΕΡΓΟΙ
ΠΟΛΙΤΕΣ' ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ |
| ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
2002 |
ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
Με δημοψηφίσματα θα δοθεί η τελική απάντηση στο Κυπριακό σύμφωνα με
το σχέδιο Ανάν. Απαραίτητη όσο ποτέ η διαρκής ενημέρωση του
Κυπριακού Λαού και γενικότερα του ελληνισμού για όλα τα θέματα και
για όλα τα θετικά και αρνητικά σημεία.
==================================================================
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ :
1. Το Σχέδιο Ανάν, του Δρ. Κρίστη Χαράκη
ΕΝΩΣΗ
ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ
2.
Παγκοσμιοποίηση και κοινωνική πρόνοια,
του επ. Αρεοπαγίτη Ανδρ. Κατράκη
ΕΝΩΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΑΘΗΝΑΣ
3.
Δημοσκόποπηση και Δημοψήφισμα, του Απόστολου Τάσση, Δικηγόρου,
ΕΝΩΣΗ
ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
4.
Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας,
της Αγλαϊας Ρομπόκου
επ. Καθηγήτριας Παντείου Πανεπιστημίου
ΕΝΩΣΗ
ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
ΑΘΗΝΑΣ
5.
Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κράτος Δικαίου,
της Ανδρομάχης Μαρκαντωνάτου Σκαλτσά,
Αν. Καθηγήτριας Παντείου
Πανεπιστημίου ΕΝΩΣΗ ΕΝΕΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΑΘΗΝΑΣ
===================================================================
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΝ

ΤΟΥ ΔΡΑ ΚΡΙΣΤΗ ΧΑΡΑΚΗ
Δοκιμασία για το Δημοψήφισμα
Είμαστε σαν λαός αλλά και σαν έθνος στην πιο κρίσιμη δοκιμασία
ευθυνών. Είναι μια δοκιμασία της σχέσης της γενιάς μας με την
Ιστορία. Το προϊόν αυτής της δοκιμασίας θα περάσει σε μορφή
Δημοψηφίσματος, που θα αντανακλά προοπτική ή όχι στο μέλλον των
παιδιών μας. Η ευθύνη μας να θεμελιώσαμε την βιωσιμότητα της πατρίδα
μας, του πολιτισμού μας και των παιδιών μας αντλεί τη βαρύτητά της
από την κατανόηση του περιεχομένου που μας καλούν να ψηφίσουμε και
δεν πρέπει να σχετίζεται με οικονομικά ή άλλα κίνητρα που δυνητικά
μπορεί να περάσουν με ωραιοποιημένα δολώματα Η εξαργύρωση των
κινήτρων: αποζημιώσεις, μερική επιστροφή περιουσία ή ό,τι άλλο που
εικονικά μας κάνει «πλουσιότερους» περιορίζεται στη δική μας γενιά
και, είναι μεγάλη η παγίδα που θα πέσουμε αν αυτό αποτελέσει μείζον
θέμα.
Η ψήφος μας οδηγεί σε αποτελέσματα που προβάλλονται στη γενιά των
παιδιών και των εγγονών μας. Σε αυτά τα αποτελέσματα δεν πρέπει να
απουσιάζει η αίσθηση δικαίου για να στηριχτεί το νέο πολιτειακό μας
σύστημα. Αν διαμορφώνονται καταστάσεις προβληματικής
λειτουργικότητας με την προτεινόμενη νέα πολιτεία, η βιωσιμότητα των
παιδιών μας θα είναι a posteriori αμφίβολη και τα παιδιά μας θα
κληρονομήσουν νέες συγκρούσεις. Η λύση δεν πρέπει να καθηλώνει
παγιδευμένο το σκάφος στις συμπληγάδες.
Θα πρέπει, έτσι, κάθε άτομο – πέρα από την κομματική τοποθέτηση - να
διαμορφώσει στην προσωπικότητά του τον εν ενεργεία πολίτη της
Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι να παραμείνει το ήσυχο άτομο, μια
έννοια που αποδίδει ο Θουκυδίδης για ανεύθυνο σε πολιτικά πράγματα
άτομο. Μπροστά στο προτεινόμενο Σχέδιο ένας είναι ανεύθυνο άτομο
όταν ακατατόπιστα καταχωρεί τη βούλησή του, με τη ψήφο του χωρίς να
εκτιμήσει μείζονα θέματα όπως είναι η επιβίωση των παιδιών του.
Πρέπει ο πολίτης να κατανοήσει ότι η απόφασή του δένει ιστορική και
νομικά το μέλλον της πατρίδας μας. Η σημασία της αξίας του ψήφου σε
ένα Δημοψήφισμα είναι έτσι ανεκτίμητη. Η ψήφος όμως αντλεί τη
βαρύτητά της ως προς το αποτέλεσμα μόνο όταν ο πολίτης ψηφοφόρος
παίρνει ολοκληρωμένη πληροφόρηση, ώστε να έχει κάθε ευκαιρία
προβληματισμού, διαφορετικά η ψήφος μπορεί να αποτελέσει λουκέτο
στις προσδοκίες του για το μέλλον των παιδιών του και της πατρίδας
του. Κάθε πολίτης έχει εύθηνη να μελετήσει το προτεινόμενο Σχέδιο
του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, να παρακολουθεί συζητήσεις
και κυρίως αναλύσεις των πολιτικών, ακαδημαϊκών και πραγματογνωμόνων
όχι όμως σαν ένας απλός ακροατής της γραμμής του κόμματος του, αλλά
σαν προβληματιζόμενος εν διαδράσει πολίτης. Πολίτης είναι ο
διαλεκτικά παρών στις ανησυχίες που εκλύουν από τις τοποθετήσεις και
τις πλείονες διαφορετικές γνώμες. Είναι αυτός που εκτιμά την εξουσία
που του παρέχει το Δημοψήφισμα.
Η ιστορική στιγμή του Δημοψηφίσματος συνδέεται με τη βαρύτητα της
εξουσιαστικής αρμοδιότητας των πολιτών ως συνόλου, που εκλύει από τη
δημοκρατική αρχή. Είναι μια στιγμή – ίσως η μοναδική για τα Κυπριακά
πράγματα - που εφαρμόζεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας με άμεσο
τρόπο έκφρασης της δημοκρατικής αρχής.
Επισημαίνω τις παρακάτω αναλύσεις με σεβασμό πάντα ότι σε μια
περίοδο δημοψηφίσματος – έστω και παγιδευμένου από μη δημοκρατικές
διαδικασίες, αφού πρόκειται για δυο ξεχωριστά δημοψηφίσματα – η
δημοκρατία πρέπει να περνά μέσα από την προβληματική της αντίθετης
γνώμης, γιατί είναι μέσα από το διαλεκτικό ανταγορείν που
θεμελιώνεται ο προβληματισμός της δημοκρατίας στην πράξη.
Η τελεσιγραφική πίεση για να επιβληθεί το «Ναι»
Μας καλούν τελεσιγραφικά να δεχθούμε ή όχι, χωρίς αντιστάσεις και με
περιορισμένες αντοχές μια δοτή συνταγματική, νέα κατάσταση
πραγμάτων: των «συστατικών κρατών». Επισημαίνεται από τα
χρονοδιαγράμματα του Σχεδίου ότι, διαδικαστικά στερούν τις
αντιστάσεις, περιορίζουν τις αντοχές και εκμηδενίζουν το χρόνο
καθολικής πληροφόρησης του λαού της Κύπρου.
Μια άλλη επισήμανση είναι ότι, το νέο δοτό προτεινόμενο Σχέδιο
συντάγματος είναι επικίνδυνο, γιατί αντί να είναι βιώσιμη για το λαό
μετεξέλιξη του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προάγει τα
δυσλειτουργικά στοιχεία του, ώστε να μιλάμε μόνο για μετεξέλιξη της
δυαδικής αρχής, που καταπονούσε το Σύνταγμα του 1960.
Η σημασία που το Σχέδιο δίνει στις χρονικές διαδικασίες για
διαπραγμάτευση καθιστά ως ουσία την διαδικασία και όχι το
περιεχόμενο διαπραγμάτευσης. Με τον τρόπο αυτό το έργο ενημέρωσης
των πολιτών και η διαπραγματευτική ικανότητα των πολιτικών είναι
φενάκη στο στάδιο αποδοχής ή όχι του Σχεδίου. Ακόμη, εμφαίνεται η
τελεσιγραφική ιδιότητα του Σχεδίου μέσα από διατάξεις σύνδεσης της
αποδοχής του Σχεδίου με την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή
Ένωση (βλ. Άρθρο 4). Με τον τρόπο αυτό δεν αφήνει περιθώρια το
Σχέδιο για δυο ξεχωριστά δημοψηφίσματα του λαού. Επισημαίνεται ότι
και αυτή η διάταξη του Σχεδίου είναι εκβιαστική γιατί ο εμπνευστής
του Σχεδίου αυτόκλητα παίρνει και το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για
τη δημιουργία ενός πακέτου που να περιλαμβάνει στην αποδοχή του
Σχεδίου και την αποδοχή της ένταξης της Κύπρου. Το ερώτημα που
προβληματίζει είναι το τι μέλει γενέσθαι για την Ευρωπαϊκή προοπτική
της Κύπρου από μια πιθανή μη αποδοχή του Σχεδίου. Με την επισήμανσή
μας αυτή εισηγούμεθα τη διαφύλαξη της πορείας προς την Ευρώπη ως
άλλη διαδικασία, με ανεξάρτητο από το Σχέδιο Ανάν δημοψήφισμα.
Αναζητώντας την αλήθεια όσο το δυνατό χωρίς συναισθηματικές
φορτίσεις, η γνωστική προσέγγιση εκτιμήσεων της πολιτικής επιστήμης,
βεβαιώνει του λόγου το αληθές. Στην αναζήτηση της αλήθειας με
συστημικές αναλύσεις ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα προβληματισμού, που
δεν πρέπει να παραμείνουν απαρατήρητα από την πρακτική πολιτική και
από το λαό που καλείται σε διαδικασίες δημοψηφίσματος.
*************
Από την πρώτη δοτή κατάσταση: Το Σύνταγμα του 1960 στο δοτό και πάλι
Σχέδιο του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών
Μετά από το πρώτο δοτό σύνταγμα καταγράφηκαν οδυνηρές στιγμές για
τον Κυπριακό λαό. Το Σύνταγμα του 1960 αναφέρεται ως δοτό διότι
επεβλήθηκε στην Κυπριακή αντιπροσωπεία εκβιαστικά από την
αποικιοκρατική ισχύ και σε καμία περίπτωση ο λαός το έχει αποδεχτεί
με την εφαρμογή της αρχής του Δημοψηφίσματος. Στο Σύνταγμα του 1960
οι παραμορφωτικές δυσπλασίες στη συγκρότηση της Κυπριακής πολιτείας,
εκπηγάζουν έτσι από την αποικιοκρατική ισχύ. Στο Σύνταγμα αυτό
καταγράφεται η πλήρης απουσία της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή το
τεκμήριο της δημοκρατικής αρχής δεν υφίσταται. Εκτός από το ότι δεν
ρωτήθηκε ο λαός για να επικυρώσει το Σύνταγμα αυτό, δεν γίνεται
πουθενά λόγος στο Σύνταγμα του 1960 για λαϊκή κυριαρχία: για το λαό
ως πηγή της εξουσίας. Δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας, με πρόσφορες
και αποτελεσματικές εγγυήσεις υπέρ της μειοψηφίας, εμφανώς
απουσιάζει από τις συνταγματικές ρήτρες του παραχωρημένου από το
Αγγλικό Κοινοβούλιο Συντάγματος του 1960.
Η Κυπριακή Πολιτεία οργανώθηκε όπως το Βρετανικό κοινοβούλιο
επιθυμούσε, με θεμελιώδη κορυφαία αρχή την δυαδική αρχή,
παραγνωρίζοντας τη θεμελιώδη για τα άλλα δημοκρατικά συντάγματα
δυτικού τύπου δημακρατική αρχή ή αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και όχι
μόνο. Στο Σύνταγμα αυτό επεφυλασσόταν στη μειοψηφία τα γνωστά
υπέρμετρα διαιρετικά προνόμια, με την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία να
ασφυκτιά και τις συγκρούσεις να εκκολάπτονται. Δεν είναι του
παρόντος να επαναλάβουμε τα αποτελεσμάτα αυτού του Συντάγματος στο
1963 και από το 1974 στις μέρες μας. Είναι όμως του παρόντος μια
αναφορά για την ευθύνη του αποικιοκρατικού παρελθόντος κατά την
προετοιμασία του ιδιόρρυθμου αυτού Συντάγματος, που κατασκευάστηκε
για να διασφαλιστεί για το βρετανικό ιμπεριαλισμό το «κυρίαρχο»
στοιχείο των βάσεων. Ασφαλώς οι εμπειρίες των βρετανών ήταν αρκετές
για να προβλέψει η Βουλή των Κοινοτήτων ότι τα δικαιώματα επιβίωσης
του Κυπριακού λαού στο σύνολό του ήταν προβληματικά. Οι συγκρούσεις
στο 1963 αποτελούν τις πρώτες συνέπειες του εμπνευσμένου από το
αποικιοκρατικό παρελθόν συντάγματος και η απουσία των εγγυήσεων της
Κυπριακής Δημοκρατίας στην πράξη αποτελούν συνέπειες της ουτοπίας
των Συνθηκών Εγγυήσεων, που και με το προτεινόμενο Σχέδιο
επιδιώκεται να εφαρμοσθούν. Η εφαρμογή της μετεξέλιξης των συνθηκών
στο προτεινόμενο Σχέδιο παρουσιάζει μια ακόμη αρνητική για την Κύπρο
και των «συστατικών κρατιδίων» που προτείνονται διάσταση, σε βάρος
των αμυντικών και κυριαρχικών δικαιωμάτων της, γιατί (α) θα υπάρξει
ο παράλληλος αποκλεισμός του εδάφους της από τη δράση του
Ευρωστρατού (β) οι ίδιες εγγυήτριες δυνάμεις του Συντάγματος του
1960 που αποτέλεσαν τιν κακό δαίμονα του νησιού θα είναι και πάλι
αναβαθμισμένες ως εγγυήτριες της συνταγματικής τάξης όχι μόνο του
«κοινού κράτους» αλλά και των «συστατικών κρατιδίων» με κάθε
δικαίωμα παρέμβασης ακόμη και στο «κοινό κράτος».
Τα προτεινόμενα από το Σχέδιο του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων
Εθνών «συστατικά κράτη» προβλέπονται να διαμορφώνονται με αρχή
ισοτιμίας, όπου το κάθε «συστατικό κράτος» ασκεί εντός των ορίων του
προτεινομένου συντάγματος και των εδαφικών του συνόρων κυριαρχία. Η
όλη φιλοσοφία των «συστατικών κρατών», από τη συνάρθρωσή τους, που
προκύπτει από το προτεινόμενο άρθρο 2, αποκαλύπτει εξουσίες και
αρμοδιότητες αφενός της συνομοσπονδιακής ρύθμισης και αφετέρου της
μετεξέλιξης της δυαδικής αρχής σε αρχή ξεχωριστών εξουσιών
συγκεκριμένα σύνορα, που νομοτελειακά οδηγεί σε δυσλειτουργίες,
εμπλοκές και αδιέξοδα κατά τη λειτουργία των θεσμών και, που επίσης
εκκολάπτει διακοινοτικές εντάσεις με πιθανολογική κατάληξη την
παράλυση του λεγόμενου από το προτεινόμενο σχέδιο «κοινού κράτους»
και τον αφανισμό της Κύπρου όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.
Η επανάληψη των ψευδο-εγγυήσεων ως μέρος του πακέτου του
προτεινόμενου Σχεδίου, μαζί με τα πρωτόκολλα στις Συνθήκες Εγγυήσεων
και Συμμαχιών αποτελεί δόκιμη συμπεριφορά του μεγάλου ενδιαφέροντος
των Βρετανών για την Κύπρο. Με το Σύνταγμα του 1960 υπήρξαν κάποιες
ουσιαστικές αλλά όχι εναρμονισμένες αμφισβητήσεις νομιμότητας των
βάσεων. Επιδιώκεται έτσι να ξεπεραστεί αυτό το ενοχλητικό για τους
βρετανούς εμπόδιο νομιμοποιώντας χωρίς αμφισβητήσεις τις Βάσεις
μέσα από το Δημοψήφισμα. Η παρουσία των βάσεων τότε θα είναι μια
απλή παρέκκλιση από το κοινοτικό κεκτημένο και δεν θα επισκιάζονται
από το αποικιακό παρελθόν τους. Θα διασφαλιστούν έτσι οι Βάσεις
εκτός της Κυπριακής και Ευρω-κοινοτικής επικράτειας. Η μη επικύρωση
των Συνθηκών αυτών με Δημοψήφισμα προκαλεί αμφισβητήσεις νομιμότητας
των βάσεων απέναντι στο διεθνές δίκαιο. Έτσι, στη συνέχεια, για να
δυνηθούν οι Αγγλοι να νομιμοποιήσουν τις βάσεις τους ως παρέκκλιση
από το κοινοτικό κεκτημένο επιδιώκουν από την Κύπρο, μέσα από το
σχεδιασμό της νέας κατάστασης πραγμάτων να υπογράψει τη Συνθήκη
Εγκαθίδρυσης, τη Συνθήκη Εγγυήσεων και τη Συνθήκη Συμμαχιών, μαζί με
τα πρόσθετα πρωτόκολλα, με την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ηνωμένο
Βασίλειο.
***********
Πρώτο Ερώτημα Ανάλυσης: «Tι μέλει γενέσθαι με την ήδη υπάρχουσα
Κυπριακή Δημοκρατία»;
Στη νέα κατάσταση πραγμάτων δεν αναφέρεται πουθενά ότι το νέο «κοινό
κράτος», η Κύπρος, αποτελεί μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η
ιδιότητα που έχουν τα μεταβατικά ιδρύματα του «κοινού κράτους» θα
μπορούσε να εκληφθεί ως δύο νέες συνιστώσες εγκαθίδρυσης ή δυο
συνιστώσες μετεξελίξης. Αν πάρουμε τον πρώτο συλλογισμό σημαίνει ότι
από το στάδιο διαπραγμάτευσης θεωρείται οιονεί διάλυση της Κυπριακής
Δημοκρατίας και του ψευδο-κράτους της Βόρειας Κύπρου και δημιουργία
δυο νέων «συστατικών κρατών». Αν πάρουμε το δεύτερο συλογισμό
σημαίνει μια ταυτόχρονη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και του
ψευδο-κράτους της Βόρειας Κύπρου σε «συστατικά κράτη». Μέσα και από
τους δύο αυτούς συλλογισμούς το κόστος ευκαιρίας βαρύνει την
Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ στο ψευδο-κράτος και στην Τουρκία πηγαίνει
εξ’ ολοκλήρου το ώφελος. Ετσι, αφαιρομένου του «ψευδο» καταγράφεται
με την δική μας αποδοχή η έμμεση de jure αναγνώριση του
ψευδο-κράτους ως «συστατικού κράτους», που θα αποτελεί μια νέα
κατάσταση πραγμάτων. Αν δεν κατυαλήξουμε σε συμφωνία το συστατικό
αυτό κράτος αυτονομεί ως κράτος ξεχωριστό και καμία δύναμη μπορεί να
εμποδίσει τη γεωπολιτική δυναμική του που άμεσα αντλείται από την
ισχύ των κατοχικών δυνάμεων της Τουρκίας. Παράλληλη θα είναι και η
αναγνώριση του κράμματος των εποίκων και τουρκοκυπρίων ως «λαού»
στην επικράτεια του κατοχικού εδάφους. Τα σύνορα που ήδη αναφέρει το
Σχέδιο δίνουν υπόσταση «χώρας» και, μαζί με την «κυριαρχική
εξουσία», που αναγνώριζεται στις διοικητικές, νομοθετικές και
δικαστικές πράξεις συμπληρώνεται η έννοια του κράτους. Με μια δηλαδή
μονοκονδυλιά ενός σχεδίου η de facto κατάσταση των αποτελεσμάτων της
εισβολής κατοχής μας παρουσιάζεται για νομιμοποίηση κάτω από τη
μετεμφίεση των διαπραγματεύσεων.
Εμφανώς το Σχέδιο εξισώνοντας τη νομοθετική, εκτελεστική και
δικαστική εξουσία των δυο αποδεχτών ως «κυρίαρχων» συνιστώσων της
πριν από την ισχύ μιας συμφωνίας, δίνει την a priori έμμεση αλλά με
σαφήνεια αναγνώριση του ψευδοκράτους ως κράτους.
Συμπερασματικά, ο κίνδυνος κατά τη διαδικασία δημιουργίας των
μεταβατικών ιδρυμάτων του λεγόμενου «κοινού κράτους», της
συνισταμένης των δύο «κρατών» Κύπρου, είναι πολύ μεγάλος.
Οποιαδήποτε συνιστώσα διαφωνίσει στην περίοδο διαπραγμάτευσης άσχετα
με το αποτέλεσμα δυνητικά δημιουργούνται κεκτημένα από το Σχέδιο.
Επίσημα το Τουρκοκυπριακό ψευδο-κράτος θα παρουσίασει σύνορα, λαό
και το τεκμήριο της αρμοδιότητας, την αρμοδιότητα της αρμοδιότητος.
Ποια διεθνής κατάσταση μπορεί να αμφισβητήσει αυτή τη διαδικασία
μετά από τη δική μας προσυπογραφή (των εκλεγμένων αντιπροσώπων μας)
και, ακόμη πιο πολύ μετά από το δικό μας ξεχωριστό Δημοψήφισμα ποιος
αμφδισβητεί αυτά τα κεκτημένα; Τι κι αν οι Τουρκοκύπριοι έχουν
διαφορετικό αποτέλεσμα στο δικό τους Δημοψήφισμα; Ποιός εγγυάται ότι
επιστρέφουμε στην πριν των διαδικασιών του Σχεδίου Αναν κατάσταση; Η
εισβολή, η κατοχή και οι έποικοι, που ως σήμερα αποτελούσαν
αναμφισβήτητο έγκλημα διεθνούς δίκαιου, με την αφετηρία αποδοχής της
διαδικασίας διαπραγμάτευσης διαμορφώνονται ως κάποιες
μικρο-παρεκλίσεις διεθνούς δικαίου, που ως νέα κατάσταση πραγμάτων
δεν πρέπει να απασχολεί πλέον τη διεθνή κοινότητα.
Συμπερασματικά, η αποδοχή του Σχεδίου ως έχει, ως μια βάση
διαπραγμάτευσης, χωρίς να αφαιρεθούν κάποιες παγίδες, πιθανολογικά
μας οδηγεί προς μια οιονεί αυτοκαταστροφική για τον Κυπριακό
Ελληνισμό συνταγματική δομή και, το χειρότερο είναι ότι, η αποδοχή
αυτή θα στηρίζεται εικονικά στη δημοκρατική αρχή, μέσα από τις
διαδικασίες ενός γεμάτο από δολώματα δημοψηφίσματος. Πιθανό ακόμη να
μας οδηγήσει σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων αναγνώρισης του
ψευδο-κράτους χωρίς να καταλήξουμε στο στάδιο της «νέας Κύπρου», με
νομιμοποίηση της διχοτόμησης.
Δεύτερο Ερώτημα Ανάλυσης: Πώς από το Σχέδιο διασφαλίζονται οι
«κυρίαρχες βάσεις» για νομιμοποίηση τους;
Το ερώτημά μας σε αυτή την ανάλυση οδηγεί στο μεγάλο «ΓΙΑΤΙ;» οι
Άγγλοι μας πρόσφεραν τη δυαδική αρχή Σύνταγμα του 1960, κάτι που εξ
αρχής φαινόταν να μετεξελίσσεται σαν Λερναία Ύδρα. Οδηγούμεθα
διαλεκτικά στις άνομες για το διεθνές δίκαιο συνθήκες Εγκαθίδρυσης
και Εγγυήσης, όπου με το δοτό σύνταγμα του 1960 διασφάλιζαν οι
Βρετανοί την αποικιοκρατική παρουσία τους. Οι Βρετανοί με τις
«κυρίαρχες βάσεις» τους έβλεπαν τότε τη διατήρησή τους στο νησί με
ένα κατά πάντα ρόλο «διαιτητή» προς τις δυο κοινότητες και, με το
αυστηρό και περίπλοκο σύνταγμα που μας έδωσαν εξασφάλιζαν, όπως
πίστευαν, την κατά πάντα «βασιλεία» τους. Μια κλασσική περίπτωση του
μοντέλου «διαίρει και βασίλευε». Εγγύηση της απρόσκοπτης λειτουργίας
των βάσεων ήταν η δική μας διαίρεση, Ελληνοκυπρίων - Τουρκοκυπρίων.
Μείζον θέμα για τους βρετανούς ήταν και είναι να διατηρούνται οι
βάσεις και μια κατάσταση πραγμάτων που να παρεμποδίζει τις διάφορες
κυβερνήσεις να τις αμφισβητήσουν. Έτσι, με τις διαιρετικές ρήτρες
που έφεραν τις διακοινοτικές συγκρούσεις καμιά κυπριακή κυβέρνηση
δεν μπόρεσε να ορθώσει ανάστημα – ένα άλλο μέτωπο – για να
καταγγείλει καταπάτηση του διεθνούς δικαίου από τους βρετανούς.
Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έπεσαν έτσι στην παγίδα ενός δόκιμου
μοντέλου για διαιώνιση αποικιοκρατικών καταλοίπων.
Οι συνθήκες του 1960 πάσχουν όμως – τουλάχιστο θεωρητικά – από
έλλειψη νομιμότητας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Ιδιαίτερα η
κάποια έννοια κυρίαρχων βάσεων των Βρετανών που επεβλήθηκε από ένα
δοτό σύνταγμα σε καμία περίπτωση δικαιώνεται από το διεθνές δίκαιο.
Η προβληματική που απασχολούσε τους Βρετανούς ήταν να δικαιωθεί η
κατά πάντα παρουσία τους στις λεγόμενες «κυρίαρχες βάσεις». Το
Σχέδιο Άναν βοηθά σ’αυτό με την παραμονή εν ισχύ των συνθηκών
Εγκαθίδρυσης και Εγγυήσεων και την εφαρμογή τους mutatιs mutandis
στο νέο κράτος. Το κόστος ευκαιρίας καλείται πάλι να πληρώσει και
πάλι η Κύπρος στερούμενη κυριαρχικών δικαιωμάτων για να
διασφαλιστούν οι ξένοι και όχι ο λαός της.
Οι τρεις εγγυητές της Κυπριακής Δημοκρατίας απεδείχθηκαν όμως κενοί
ουσίας, γιατί από εγγυητές της Δημοκρατίας έγιναν οι κακοί δαίμονες
της Κύπρου και φορείς προαγωγής συγκρούσεων των δύο κοινοτήτων,
μέχρι και διάλυσης της Κυπριακής Πολιτείας.
Η Ελλάδα των συνταγματαρχών κατηγορείται από την Κυπριακή Ιστορία
για την συνεχή προαγωγή ιδεολογικής πόλωσης μεταξύ των Ελληνοκυπρίων
που αποσκοπούσε στην προσπάθειά της να διαλύσει τη νόμιμη κυβέρνηση
μέσα από τις δραστηριότητες της ΕΟΚΑ Β. και, κατηγορείται και από το
πιο μελανό στίγμα της σύγχρονης Κυπριακής ιστορίας: το πραξικόπημα
της 15ης Ιουλίου, 1974, που αποτέλεσε το πρώτο σενάριο για τη
διάλυση του κράτους. Κατά τα άλλα «εγγυητής» της Κυπριακής
Δημοκρατίας.
Η Τουρκία των στρατηγών κατηγορείται για τις συνθήκες συνεχούς
προαγωγής της πόλωσης μεταξύ των δύο συνοίκων στοιχείων και
προώθησης κρίσεων στις διακοινοτικές σχέσεις για τη δημιουργία της
διχοτόμησης, και από το πιο μελανό στίγμα της Κυπριακής ιστορίας:
την εισβολή της 20ης Ιουλίου, 1974 και τη συνεχή κατοχή της βόρειας
Κύπρου μέχρι σήμερα, με την ίδρυση μάλιστα ενός ψευδοκράτους, ως το
δεύτερο σενάριο για τη διάλυση του κράτους. Κατηγορείται ακόμη και
από τους Τουρκοκυπρίους γιατί με την όλη συμπεριφορά της προώθησε
τον εποικισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι
εκτός της πατρίδας τους. Κατά τα άλλα «εγγυητής» της Κυπριακής
Δημοκρατίας.
Η Μεγάλη Βρεττανία του έμπειρου δημοκρατικού Κοινοβουλίου
κατηγορείται για το δοτό σύνταγμα που συνειδητά κατασκεύασε χωρίς να
σεβαστεί το δικαίωμα των Κυπριών να ζουν ελεύθεροι σε μια πραγματικά
δημοκρατική πολιτεία. Αντί αυτού μερίμνησε να εισαγάγει
δυσλειτουργικές συνταγματικές διατάξεις που να διασφαλίζουν την
αυτοκρατορική αρχή του διαίρει και βασίλευε. Κατηγορείται ακόμη για
το μη σεβασμό της υπογραφής της ως εγγυήτριας δύναμης σε μια περίοδο
που θα μπορούσε να αποτρέψει το έγκλημα στο δίπτυχο πραξικόπημα –
εισβολή. Ακόμη, η σκιώδης διπλωματική συμμετοχή της στις άνομες
ιδέες του Κίσσιγκερ και η αδράνειά της επέτρεψε την ολοκλήρωση της
τελευταίας πράξης του εγκλήματος της εισβολής – κατοχής. Καθίσταται,
έτσι, το Ηνωμένο Βασίλειο συνυπεύθυνο του εγλήματος σε βάρος του
λαού τηε Κύπρου. Κατά τα άλλα «εγγυητής» της Κυπριακής Δημοκρατίας
Απέναντι στην ιστορία η ενοχή των εγγυητριών δυνάμεων είναι
τεράστια. Πώς μας ζητούν και πάλι να επιβεβαιώσουμε τις Συνθήκες και
τα πρωτόκολλά τους; Τουλάχιστο ας παραμείνουν δοτές σε μας, όχι και
να μας ζητούν να προσυπογράψουμε μέσα από το πακέτο του
Δημοψηφίσματος. Η αξιοπρέπεια μας σαν λαού καταρρακώνεται όταν
μαζοχιστικά καλωσορίζουμε τους θύτες μας. Επιτρέψτε μας όσο
“γραφικό” κι αν φαίνεται να διεκδικήσουμε αφαίρεση των διατάξεων των
Συνθηκών υποταγής από το περιεχόμενο που θα ζητηθεί από το λαό να
ψηφίσει. Σίγουρα θα μας επιβληθούν, αλλά κάπου πρέπει να διατηρηθεί
μια μορφή αξιοπρέπειας στη γενιά μας για να στείλει μήνυμα στις
γενιές των παιδιών μας. Με την αποδοχή αυτών των Συνθηκών η ψήφος
του λαού απαλλάσσει τον Αττίλα, τους Άγγλους και τη Χούντα από
ιστορικές ευθύνες. Ας τις υπογράψουν οι πολιτικοί μας εκτός
Δημοψηφίσματος και να αφήσουν τον λαό με καθαρό το μέτωπο.
        
===========================================================
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ
ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΡΑΚΗ
ΕΠ. ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ
΄Ενα καίριο ζήτημα, που ανακύπτει μέσα από τη μορφή της
'παγκοσμιοποιημένης' οικονομίας, σε σχέση με την τείνουσα να
επικρατήσει θεωρία του νεοφιλελευθερισμού, είναι του κατά πόσον
μπορεί να συμπορευτεί η επιδίωξη κέρδους με την αντιμετώπιση της
κοινωνικής πρόνοιας, με την έννοια της οικονομικής συνδρομής ατόμων,
που, ανεξάρτητα από δική τους υπαιτιότητα, βρίσκονται κάτω από τα
όρια της φτώχειας ή πάσχουν από διάφορες νόσους. Είκοσι χιλιάδες
παιδιά πεθαίνουν την ημέρα από αναστρέψιμους νόσους.
΄Οπως ο άκρατος παρεμβατισμός στην οικονομία δημιουργεί
στο αντίστοιχο σύστημα τον γραφειοκρατικό υδροκεφαλισμό, ανίκανο να
λειτουργήσει αποδοτικά σε οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα, έτσι και ο
άκρατος φιλελευθερισμός, με την πλήρη κυριαρχία του εμπορικού
κέρδους, δημιουργεί τον ατομικό υδροκεφαλισμό του κεφαλαίου, με
φανερή την κοινωνική αδικία, αφού ένα μεγάλο ποσοστό του κοινωνικού
συνόλου, δεν μπορεί να συμμετάσχει στην κατανομή του συγκεκριμένου
πλούτου. Γι'αυτό δημιουργείται, ως αναπόδραστη πλέον ανάγκη, για
λόγους στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και ασφαλείας του
φιλελεύθερου συστήματος, η κρατική πρόνοια υπέρ των πολιτών. Ο
φιλελευθερισμός, στην απόλυτη θεωρητική του διάσταση, δεν μπορεί να
λειτουργήσει στο σημερινό κόσμο με οποιαδήποτε μετάπτωσή του σε
νεοφιλελευθερισμό ή νεοκλασικό φιλελευθερισμό. Τα διάφορα συστήματα
θα συναντώνται και θα εξελίσσονται μέσα σε ένα ρεαλιστικό οικονομικό
σύστημα, όπως αυτό επηρεάζεται και διαμορφώνεται από τις σύγχρονες
αντιλήψεις συμβίωσης των ανθρώπων.
Είναι η επιδίωξη κέρδους, από μικρές ή μεγάλες
οικονομικές μονάδες, ή κινητήρια ανθρώπινη δύναμη για κάθε
οικονομική πρόοδο, με την καλή σημασία του όρου. Οικονομικά
συστήματα που παραβλέπουν τον παράγοντα αυτό, υπό την επήρεια
διαφόρων ιδεολογημάτων, δεν έχουν πιθανότητες επιβίωσης. Η
παρεμπόδιση του ατομικού κέρδους αποτελεί ανασχετικό παράγοντα κάθε
οικονομικής εξελικτικής διαδικασία . ΄Ομως, κάτω από τις
διαμορφωθείσες σε παγκόσμιο επίπεδο κοινωνικές ευαισθησίες και
τάσεις κανένα θεωρητικό - φιλοσοφικό οικονομικό σύστημα, δεν μπορεί
να παραβλέψει πλέον τον παράγοντα 'πλήρη κοινωνική προστασία', με το
πρόσχημα της όποιας οικονομικής φιλελεύθερης φιλοσοφίας.
Ούτε ο άκρατος φιλελευθερισμός με τις νέες θεωρητικές
του θέσεις, ούτε οποιοσδήποτε προστατευτισμός μπορούν να βρούν
έδαφος επικράτησης στο σημερινό κόσμο της άπλετης επικοινωνίας-
τηλεοπτικής και υλικής - των λαών του πλανήτη. Εις πείσμα όλων των
δογματισμών και οικονομικών συστημάτων, η μορφή της νέας
'παγκοσμιοποιημένης' οικονομίας, δεν μπορεί παρά να έχει ως
αντέρεισμα το κράτος - πρόνοια. Το Κράτος συμπαραστάτη στη μονάδα
'άνθρωπος'. Ασφαλώς, η έκταση αυτής της προστασίας θα ποικίλει και
θα διαβαθμίζεται από χώρα σε χώρα, ανάλογα με την οικονομική της
ευρωστία, ανάλογα με το στάδιο της ιστορικής εξελικτικής της
διαδικασίας. Η παράκαμψή της όμως δεν είναι εφικτή για κανένα
οικονομικό σύστημα. ΄Ισως η πλήρης, η ιδανική αντιμετώπιση του τομέα
πρόνοια να απαιτήσει περισσότερο χρόνο. Η πορεία όμως των πραγμάτων
οδηγεί προς τα εκεί. Η τάση αυτή διαφαίνεται και στα κράτη εκείνα
που επικρατεί το κατ'εξοχήν φιλελευθεροποιημένο σύστημα της
οικονομίας, όπως στις Η.Π.Α. και στον ΚΑΝΑΔΑ. Είναι εμφανής η θέση
των εκάστοτε υποψηφίων Προέδρων των Η.Π.Α. όταν επιδιώκουν να
εμφανιστούν ένθερμοι υποστηρικτές των αρχών αυτών.
Οποιοδήποτε κόστος και αν συνεπάγεται στην αποδεσμευμένη
οικονομία του φιλελευθερισμού το κοινωνικό κράτος, θα αποτελεί ένα
σταθερό αντέρεισμα, που θα προλαμβάνει τις εκτροπές του
νεοφιλελεύθερου ατομισμού και το ασφαλές εξισορροπητικό μέσο των δύο
αντιτιθεμένων τάσεων, συγκεντρωτικού και φιλελεύθερου συστήματος
δράσης στην οικονομία. Με άλλα λόγια πρόκειται για το συγκερασμό της
ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας με την ύπαρξη και δράση του
κοινωνικού κράτους. Μόνο έτσι το 'πρόσωπο' της οικονομίας θα πάψει
να είναι ψυχρός μηχανισμός παραγωγής υλικών αγαθών και θα αποκτήσει
ανθρώπινο πρόσωπο. Το οποιοδήποτε κόστος αυτού του συγκερασμού, θα
αποτελεί την καλύτερη επένδυση κεφαλαίου σε ανθρώπινο επίπεδο,
γιατί, χωρίς να χάσει καθόλου την παραγωγικότητά του, θα είναι η
αληθινή ανθρώπινη διάστασή του.
΄Ετσι, τα κοινωνικά προβλήματα θα είναι παράλληλα και προβλήματα της
οικονομίας, όπως αυτή αναμορφούμενη θα έχει διεθνοποιηθεί, στο μέτρο
του εφικτού, στο σύγχρονο κόσμο. Το πρόβλημα, ασφαλώς, είναι πού θα
αναζητηθούν οι μηχανισμοί εκείνοι για αυτό το συγκερασμό, το
κατάλληλο διευθεντήριο, ώστε χωρίς να ανακόπτεται η οικονομική
παραγωγική δραστηριότητα, να ικανοποιείται παράλληλα το αίτημα της
ανθρώπινης κοινωνικής προστασίας. Ασφαλώς στην παρεμβατικότητα της
κρατικής εξουσίας, είτε μεμονωμένα είτε με την μορφή μεγάλων
διεθνών οργανισμών (Ο.Η.Ε. Ευρ. ΄Ενωση), αφού κανένα ελεύθερο
οικονομικό σύστημα, όποια ετικέτα και αν έχει, δεν μπορεί να
συγκεράσει από μόνο του την ελεύθερη επιδίωξη κέρδους με την
κοινωνική πρόνοια. Αυτό είναι και θα παραμείνει στην δύναμη
οργανωμένης εξουσίας.
Το μεγάλο πρόβλημα που δημιουργείται σ'αυτό το συγκερασμό
είναι η καθιέρωση φορολογικού συστήματος, ικανού να συγκεντρώνει
ορθολογικά τους οικονομικούς εκείνους πόρους, που είναι απαραίτητοι
για την εκπλήρωση του σκοπού της κοινωνικής πρόνοιας, χωρίς τον
περιορισμό των πόρων εκείνων, που είναι απαραίτητοι για την
παραγωγική διαδικασία της οικονομίας. Συγκερασμός, που αποτελεί την
αχίλλειον πτέρνα στην ορθολογική λειτουργία της κοινωνικής
οικονομίας. Η δημιουργία φορολογικής συνείδησης είναι από τα
δυσκολότερα ζητήματα που ανακύπτουν μέσα σ'αυτό το παγκοσμιοποιημένο
σύστημα οικονομίας. Οι μηχανισμοί αντικειμενικής διαπίστωσης της
φορολογητέας ύλης των διαφόρων οικονομικών μονάδων, είναι η
ορθολογικότερη μέθοδος κατανομής και περισυλλογής των 'νόμιμων'
φόρων, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι η επινοητικότητα των
φορολογουμένων στην ανεύρεση τρόπων φοροδιαφυγής είναι απεριόριστη.
===========================================================
ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΑΣΣΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
Η αναγκαιότητα του δημοψηφίσματος στην σύγχρονη Ελληνική κοινωνία
είναι κάτι προφανές και δεδομένο για το οποίο η Ένωση Ενεργών
πολιτών έχει κάνει μέχρι σήμερα σοβαρότατο αγώνα και προσπάθεια να
ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη. Με τις λίγες αυτές γραμμές δεν θα
προσπαθήσω να προσθέσω κάτι περισσότερο. Θέλω μόνο να καταθέσω
κάποιες σκέψεις σχετικά με το κατά πόσο οι κυβερνώντες πιστεύουν ή
αποδέχονται την δύναμη του δημοψηφίσματος και κατά πόσο τους
ενδιαφέρει να αφουγκρασθούν την άποψη της κοινής γνώμης και του
μέσου πολίτη. Η δικαιολογία του κόστους ενός δημοψηφίσματος φοβούμαι
ότι είναι μόνο το πρόσχημα, διότι εάν μόνο αυτό ήταν το πρόβλημα,
φαντάζομαι ότι φυσικά δεν θα μπορούσε να διεξάγεται κάθε χρόνο, θα
ήταν όμως δυνατόν να είχε διεξαχθεί έστω και μία φορά από το 74
μέχρι σήμερα. Φαίνεται όμως ότι μέχρι σήμερα οι κυβερνώντες ή είχαν
πάντα λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του τόπου και δεν χρειάζονταν τη
γνώμη των διοικουμένων, ή δεν αντιμετώπισαν σοβαρά ζητήματα
γενικότερου ενδιαφέροντος τα οποία να χρειάζονταν να θέσουν στον
Ελληνικό λαό για να ζητήσουν την γνώμη του. Ειλικρινά και οι δύο
απαντήσεις θα με ανακούφιζαν προσωπικά, εάν είχαν ίχνος αλήθειας.
Αυτό όμως το οποίο είναι πραγματικά εξωφρενικό αλλά και υποτιμητικό
για έναν Έλληνα ψηφοφόρο, είναι να ψηφίζει σήμερα ένα κόμμα για τις
εξαγγελίες του και την επόμενη ημέρα να διαπιστώνει ότι το κόμμα που
αναλαμβάνει την κυβέρνηση ανακάλυψε ξαφνικά ότι η Ελληνική κοινωνία
βασανίζεται από χρόνια προβλήματα και τα οποία πρέπει άμεσα πλέον να
λυθούν, χωρίς όμως να έχει κάνει την παραμικρή νύξη μέχρι την
προηγουμένη των εκλογών και χωρίς να θέσει στον Ελληνικό λαό τις
προτάσεις του για τον τρόπο αντιμετώπισης (πχ μεταρρύθμιση της
παιδείας, ασφαλιστικό νομοσχέδιο, αλλά και παλαιότερα ένταξη στην
ΕΟΚ στην ΟΝΕ, ονομασία για το κράτος των Σκοπίων κλπ). Αναγκαστικά
λοιπόν έχουμε μετατραπεί πλέον όχι σε ψηφοφόρους που επιλέγουν
πολιτική, αλλά σε μία μάζα ευκολόπιστων ή εάν θέλετε εύκολα
επηρεαζόμενων ψηφοφόρων, οι οποίοι μη έχοντας άλλη επιλογή ψηφίζουμε
με βάση τις πεποιθήσεις των φίλων και συγγενών μας (εκεί ψήφιζε ο
πατέρας μου εκεί θα ψηφίσω και εγώ …) ή έστω με βάση την εικόνα που
έχουμε για κάποιους πολιτικούς, τους οποίους αναγκαζόμαστε να
εμπιστευθούμε όχι διότι γνωρίζουμε την πολιτική τους, αλλά διότι
ελπίζουμε ότι κάτι περισσότερο θα προσφέρουν σε σχέση με τους
υπόλοιπους.
Εδώ και λίγα χρόνια λοιπόν ανακαλύφθηκε και στην Ελλάδα κάτι που σε
άλλα κράτη αποτελεί πραγματικότητα εδώ και χρόνια: Η δημοσκόπηση ή
γκάλοπ όπως συνηθίζουμε πλέον να το αποκαλούμε. Οι εκάστοτε
κυβερνώντες λοιπόν μπορεί να μην επιθυμούν το δημοψήφισμα που τους
δεσμεύει, αλλά επιδιώκουν και χρυσοπληρώνουν τις δημοσκοπήσεις. Τόσο
η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση δεν ενδιαφέρονται μόνο για την
απήχηση που θα είχε στην Ελληνική κοινωνία μία απόφαση που θα
πάρουν, αλλά επίσης ενδιαφέρονται για την δημοτικότητά τους, καθώς
και για την δημοτικότητα των κομμάτων τους σε δεδομένη χρονική
στιγμή. Άρα τολμώ να σκεφθώ ότι η κοινή γνώμη παίζει κάποιο ρόλο και
γι’αυτούς. Τους απασχολεί και ενδεχομένως κάποιες αποφάσεις τους να
λαμβάνονται αφού μετρηθούν τα ποσοστά της δημοσκοπήσεως. Ποια είναι
η διαφορά; Απλούστατα: Η δημοσκόπηση που έχει παραγγελθεί και η
οποία δεν είναι η επιθυμητή (αναφορικά με το αποτέλεσμά της),
σπανίως βλέπει το φως της δημοσιότητας. Αντιθέτως η επιθυμητή
δημοσκόπηση κάνει το γύρο των ΜΜΕ και την επόμενη ημέρα
παρουσιάζεται ως ο σφυγμός του λαού, τον οποίο η λαοπρόβλητη
κυβέρνηση ή η αντιπολίτευση αφουγκράζεται και ασπάζεται. Την
δημοσκόπηση εάν θέλει αυτός που την παρήγγειλε την λαμβάνει υπόψη.
Το δημοψήφισμα όμως πως μπορεί να το αγνοήσει;
Επομένως είναι σαφές ότι τους πάντες απασχολεί η άποψη της
πλειοψηφίας των πολιτών και ας προσπαθούν κάποιοι να μας πείσουν για
το αντίθετο. Μπορεί να είναι ελάχιστα τα μέσα που διαθέτει ένας
πολίτης για να επιβάλει σε μία κυβέρνηση την διενέργεια
δημοψηφίσματος. Μπορεί να δείχνουμε απαθείς, αμέτοχοι και
ευρισκόμενοι μακριά από την πραγματικότητα. Μπορεί να μην έχουμε
πλέον το κουράγιο να ασχολούμαστε καθημερινά με τους διοικούντες και
τον τρόπο με τον οποίο αυθαιρετούν, και να πιστεύουμε ότι ο μόνος
δρόμος για την κοινωνική ευημερία είναι μέσα από την προσωπική
ευημερία και όχι το αντίστροφο. Μπορεί να δίνουμε μεγαλύτερο βάρος
στην πεζή αλλά και απτή πραγματικότητα και προσωπική μας
καθημερινότητα. Δεν είμαστε όμως ευήθεις ή έστω μειωμένης
αντιλήψεως. Και το σημαντικότερο: Ειμαστε πάρα πολλοί. Γνωρίζουμε
την δύναμή μας σαν κυρίαρχος λαός και μπορούμε να στέλνουμε το
μήνυμά -όταν μας δίδεται η ευκαιρία, ότι παρακολουθούμε τις
εξελίξεις από πολύ πιο κοντά από όσο κάποιοι νομίζουν, και ας
βρισκόμαστε μερικές φορές μακριά από τα κέντρα λήψεως των αποφάσεων.
Όλοι κρίνονται και κρίνουν. Και όσο πιο ευαισθητοποιημένοι είναι οι
κριτές τόσο πιο δύσκολο είναι για τους πρωταγωνιστές να πράττουν ότι
θέλουν. Το κακό όμως για μας τους Έλληνες ως λαός είναι δυστυχώς ότι
ξεχνάμε εύκολα! Ίσως λοιπόν εάν ξεχνούσαμε πιο δύσκολα, να μην μας
ξεχνούσαν και εμάς ως τις επόμενες εκλογές. Εάν πείθαμε την πολιτεία
ότι αύριο θα τα έχουμε ξεχάσει όλα, ίσως σήμερα να μας σέβονταν
περισσότερο.
===========================================================
ΤΟ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΑΣ
ΤΗΣ ΑΓΛΑΙΑΣ ΡΟΜΠΟΚΟΥ
ΕΠ. ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Ο ελληνικός πληθυσμός γερνάει καθημερινά και αυτή η δυσοίωνη εξέλιξη
του γενεαλογικού μας δένδρου, αποτελεί το πλέον οξύ, το πλέον καυτό
πρόβλημα της νεοελληνικής κοινωνίας.
Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, έχει πάρει σήμερα τεράστιες
διαστάσεις, δυστυχώς τα δημογραφικά νούμερα είναι αμείλικτα και
τείνουν να απειλήσουν την εθνική μας ανεξαρτησία, την εδαφική μας
ακεραιότητα, ακόμη και αυτή την ίδια την ύπαρξή μας, ως λαού και ως
έθνους.
Από την αρχαία εποχή ο Θουκυδίδης, αναφέρει ότι «Άνδρες γαρ πόλις
και ού τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί» που σημαίνει ότι ο πληθυσμός,
οι πολίτες είναι το συστατικό στοιχείο της πολιτείας και όχι βέβαια
τα αδειανά τείχη και τα πλοία. Επίσης ο ίδιος είχε παρατηρήσει ότι
όταν μία χώρα, η οποία έχει δημογραφική παρακμή γειτνιάζει με μια
άλλη χώρα με μεγάλο ποσοστό νεανικού πληθυσμού, τότε υπάρχει η
φυσιολογική τάση να αναπτύσσεται επεκτατική και επιθετική διάθεση
από τη δεύτερη προς την πρώτη χώρα. Αλλά «τι χρείαν άλλην έχωμε
μαρτύρων» ο Τουργκούτ Οζάλ το έχει πει ξεκάθαρα το «ζήτημα της
Κύπρου και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου θα λυθεί χωρίς πόλεμο,
μέσα από τη δημογραφία. (Το 2025 η Ελλάδα θα έχει 10 εκατ. κατοίκους
με τάση μείωσης, ενώ η Τουρκία 91,8 εκατ. και θα μονοπωλήσει όπως
όλοι αντιλαμβανόμαστε το ισχυρό ενδιαφέρον ευρωπαίων και
αμερικανών).
Την επισήμανση της υπογεννητικότητας-γήρανσης στην κλασσική Ελλάδα,
έκανε με την δραματική του μαρτυρία ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης,
υπογραμμίζοντας την υποταγή της Ελλάδας στη δημογραφική εύρωστη
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, τα δημογραφικά κενά του ελληνικού
πληθυσμού, κάλυπτε η αλβανική μετανάστευση και ο εξισλαμισμός σε
ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, ως και τα νησιά του Αιγαίου. Η
δημογραφική εξάλλου εξασθένιση του Βυζαντίου και η δημογραφική
υπεροχή των μουσουλμάνων, αποτέλεσε έναν από τους ουσιαστικούς
συντελεστές της εξαφάνισής του, το 1453. Είναι φανερό ότι η
συρρίκνωση του ελληνισμού οδήγησε σε υποταγή αιώνων και παρολίγο σε
ολοκληρωτικό αφανισμό. Αντίθετα η δημογραφική ανάκαμψη του 18ου και
του 19ου αιώνα, αποτέλεσε έναν από τους κύριους παράγοντες της
εθνικής μας εξέγερσης του 1821 και της ελληνικής παλιγγενεσίας.
Σήμερα οι δημογραφικοί δείκτες έφθασαν σε όρια συναγερμού (κτυπούν
το καμπανάκι) και επισημαίνουν τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσει η
Ελλάδα στο αμέσως προσεχές μέλλον αν δεν αλλάξουν όσο γίνεται
γρηγορώτερα. (Ας σημειωθεί ότι το πρόβλημα υπογεννητικότητας της
Ελλάδας -αλλά και των άλλων χωρών της Ευρώπης- έρχεται σε αντίθεση
με την ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της Γης που έχει φθάσει τα πέντε
δισεκατομμύρια και προβλέπεται ότι τα επόμενα πενήντα χρόνια, ο
ολικός πληθυσμός της υδρογείου θα φθάσει στα 9-10 δισεκατομμύρια,
ανθρωποθάλασσα). Παράλληλα η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο επαφής δύο
δημογραφικά άνισων ζωνών της Γης. Της Ν.Ευρώπης που παρουσιάζει
υπογεννητικότητα και της Β.Αφρικής όπου παρατηρείται
υπεργεννητικότητα και ένας νεανικός πληθυσμός που πλεονάζει και
αναζητεί διέξοδο και εργασία. Η μόνη οδός διαφυγής των νέων αυτών
«για ένα καλύτερο αύριο» είναι η Ν.Ευρώπη.
Όμως το μείζον και φλέγον πρόβλημα της συνεχούς μείωσης του
ελληνικού πληθυσμού δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει εμείς οι ίδιοι οι
Έλληνες, ούτε βέβαια και τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχουμε. Διότι
δυστυχώς τα πληθυσμιακά προβλήματα δεν έχουν τα ειδικά
χαρακτηριστικά των δραματικών γεγονότων όπως π.χ. μιας ξαφνικής
καταστροφής (σεισμός-πλημμύρα) τα οποία απαιτούν άμεσα και
ενεργητικά μέτρα. Τα προβλήματα που αφορούν τον πληθυσμό είναι αργού
ρυθμού και περνούν απαρατήρητα στην καθημερινή μας ζωή (γι αυτό
χρειάζεται ενημέρωση και ευαισθητοποίηση).
Το δημογραφικό θέμα είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και διεπιστημονικό. Οι
παράγοντες που το επηρεάζουν είναι πολλοί (βραχυπρόθεσμοι και
μακροπρόθεσμοι) και έχουν σχέση με τις συνθήκες ζωής, εργασίας, τη
θέση της γυναίκας, την οικογένεια, τη θρησκεία, τα έθιμα, την
εκπαίδευση, την περίθαλψη, τη μετανάστευση κ.λ.π.. Επομένως το
δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι πρωτογενές. Δεν είναι η αρρώστια,
αλλά το σύμπτωμα. Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς οικονομικών,
κοινωνικών και πολιτιστικών αιτίων, οι προτάσεις λοιπόν για τη λύση
του δεν μπορούν να είναι μονοδιάστατες.
Ας κάνουμε όμως πρώτα μερικές επισημάνσεις.
1) Ο μέσος αριθμός παιδιών (δείκτης γεννήσεων, έχει πέσει
επικίνδυνα στο 1,4, ενώ ο δείκτης ανανέωσης των γενεών είναι το 2,1.
Η μείωση αυτή του ελληνικού πληθυσμού είναι δραματική και αν
παραμείνει στα ίδια επίπεδα η κατάληξη θα είναι ο διπλασιασμός της
αναλογίας των ηλικιωμένων ατόμων (γήρανση του πληθυσμού). Εξάλλου η
αναλογία των γυναικών που έχουν ένα παιδί αυξάνεται συνεχώς τα
τελευταία χρόνια.
2) Ο ετήσιος συντελεστής γαμηλιότητας έχει μειωθεί σημαντικά ενώ
παρατηρήθηκε αύξηση της μέσης ηλικίας γάμου. Πρέπει δε να
σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα το 98 τα εκατό των παιδιών γεννιούνται
εντός γάμου, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης όπου ο αριθμός
των εξώγαμων παιδιών αυξάνεται συνεχώς. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη
σημασία έχει η τάση γαμηλιότητας, καθώς και οι παράγοντες που την
επηρεάζουν. Παράλληλα η αύξηση των διαζυγίων τα τελευταία χρόνια
αφορά κυρίως τις ηλικίες κάτω των 50 ετών οι οποίες δεν έχουν ακόμη
ολοκληρώσει την αναπαραγωγικής τους περίοδο και αυτό έχει αναμφίβολα
δυσμενή δημογραφικά και βέβαια κοινωνικοοικονομικά επακόλουθα.
3) Η μετανάστευση προς άλλες χώρες, αποτέλεσε έναν από τους
κύριους συντελεστές του δημογραφικού προβλήματος (1952-74).
Αποτέλεσμα της μαζικής αυτής αποδημίας ήταν η ερήμωση της υπαίθρου
και μάλιστα σε ακριτικές περιοχές (δηλ. περιοχές κρίσιμες εθνικά)
και βέβαια η γήρανση του πληθυσμού. Μετά την ενεργειακή κρίση
σημειώθηκε παλιννόστηση (κυρίως από τη Δ.Γερμανία) η οποία συνέβαλε
στην αύξηση του πληθυσμού στη δεκαετία του 1970. Οι περισσότεροι
όμως ήταν ηλικιωμένοι, ενώ η νέα γενιά του απόδημου ελληνισμού ήταν
απρόθυμη να επαναπατριστεί.
4) Η εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, είχε
σοβαρές επιπτώσεις στον αριθμό των γεννήσεων, όπως επίσης και στην
περαιτέρω ερήμωση της υπαίθρου. Η αστικοποίηση εξάλλου δημιούργησε
τη νέα αντίληψη για την οικογένεια και την κοινωνία γενικώτερα, η
οποία επικουρούμενη και από διάφορα προβλήματα στέγης, έλλειψης
εργασίας, επαρκούς εισοδήματος, εκπαίδευσης, κατάλληλων
βρεφονηπιακών σταθμών κ.λ.π. οδήγησαν σε ολιγομελείς οικογένειες και
σε αναβολή γάμων.
5) Ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων και η έλευση ομογενών
(Πόντιοι-Βοριοηπειρώτες) θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα,
εάν είχε ακολουθηθεί μια ολοκληρωμένη πολιτική παρέμβαση -η οποία
όμως δεν έγινε-.
6) Το πρόβλημα εκατοντάδων χιλιάδων ξένων μεταναστών που νόμιμα
αλλά και κυρίως παράνομα εισέρχονται στη χώρα μας τις τελευταίες
δεκαετίες, χρειάζεται άμεσα ιδιαίτερη κρατική πολιτική. Η είσοδος
λαθρομεταναστών δημιουργεί σοβαρά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα
(προστριβές στην αγορά εργασίας, αύξηση της εισφοροδιαφυγής με
μεγάλες συνέπειες στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, αύξηση της
εγκληματικότητας, διακίνηση ναρκωτικών, πορνεία κ.λ.π. Το θέα του
αλλοδαπού πληθυσμού χρειάζεται ανάλυση για τη χάραξη εθνικής
πολιτικής, για να αποφευχθούν τα φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού
(που δυστυχώς ήδη έχουν αρχίσει να εμφανίζονται) αλλά και για να
μελετηθούν οι επιπτώσεις στη δημογραφική εξέλιξη του ελληνικού
πληθυσμού.
7) Η βελτίωση των συνθηκών ζωής και η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη
της χώρας μας αναμφίβολα ανέβασε το βιοτικό επίπεδο του λαού και
μείωσε τη θνησιμότητα. Θεαματική είναι η πρόοδος που σημειώθηκε και
στη μείωση της παιδικής θνησιμότητας. Όμως κάθε χρόνο χάνουν τη ζωή
τους σε τροχαία ατυχήματα 2000 περίπου κυρίως νέοι άνθρωποι και
τραυματίζονται βαριά περίπου 4000. Οι αριθμοί αυτοί είναι απαράδεκτα
υψηλοί και ευθύνονται γιαυτό τόσο η πολιτεία, όσο και οι ίδιοι οι
πολίτες.
8) Ο οικογενειακός προγραμματισμός έχει καθιερωθεί με νόμο στις
περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα (Ν. 1038/1980). Όμως
ο οικογενειακός προγραμματισμός λανθασμένα έχει ταυτισθεί με τον
περιορισμό των γεννήσεων. Στόχος του είναι η εκούσια, η υπεύθυνη και
συνειδητή αναπαραγωγικότητα και η μείωση των εκτρώσεων, προσφέροντας
στα ζευγάρια υπεύθυνες πληροφορίες συμβουλές κ.λ.π.. Σκοπός είναι η
προαγωγή της υγείας της μητέρας και των παιδιών με αποτέλεσμα να
συμβάλλει στην δημιουργία οικογενειών με ευτυχισμένους γονείς και
επιθυμητά παιδιά. Βεβαίως και πρέπει να τονιστεί ως μεγάλη κοινωνική
αξία η απόκτηση παιδιών. Αλλά παράλληλα να υπογραμμιστεί ότι τα
παιδιά που θα έρθουν στον κόσμο πρέπει να ζήσουν χωρίς ψυχολογικά
τραύματα, ώστε να γίνουν χρήσιμα στον εαυτό τους και στην κοινωνία.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι έρευνα σε κακοποιημένα παιδιά απέδειξε
ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η εγκυμοσύνη ήταν απρογραμμάτιστη
και ανεπιθύμητη. Η ενημέρωση λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση είναι
πολύ σημαντική. Πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι στην
Ελλάδα οι
γονείς αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα θεωρούν ως ιδανικό μέγεθος
της οικογένειάς τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό διότι δίνει
τα περιθώρια στη χώρα μας να αυξηθεί η γεννητικότητα, εφόσον
αλλάξουν οι παράγοντες που την επηρεάζουν. Ας σημειωθεί δε και το
ότι τα αντισυλληπτικά και οι αμβλώσεις (Ν. 1609/1986), αποτελούν τα
μέσα και όχι τα αίτια της υπογεννητικότητας.
Παράγοντες που επηρεάζουν το δημογραφικό ζήτημα.
1. Η κατοικία, δηλ. η έλλειψη κατοικίας, ή η ακαταλληλότητα του
χώρου για να αναπτυχθεί η οικογένεια και κυρίως τα παιδιά.
2. Τα χαμηλά οικογενειακά εισοδήματα σε συνδυασμό με το υψηλό
κόστος ανατροφής και εκπαίδευσης των παιδιών δρουν ανασταλτικά στην
απόκτηση πολλών παιδιών.
3. Η ανεργία και η οικονομική ύφεση.
4. Η επιδίωξη των νέων για καλλίτερες σπουδές οδηγούν στη
δημιουργία οικογενειών σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αυτό έχει δυσμενείς
επιπτώσεις στο δημογραφικό.
5. Η έλλειψη ή η ακαταλληλότητα βρεφονηπιακών σταθμών.
6. Η απομάκρυνση από τα παραδοσιακά πρότυπα.
7. Ο υπέρμετρος ευδαιμονισμός και η χαλάρωση των ηθών.
8. Η επιδείνωση του περιβάλλοντος και η χειροτέρευση της
ποιότητας ζωής (έλλειψη γειτονιάς, χώρων για παιχνίδι κ.λ.π.).
9. Τέλος, επειδή θεωρείται ότι η συμμετοχή της γυναίκας στην
αγορά εργασίας, περιορίζει την τεκνοποίηση, πρέπει να τονίσουμε ότι
η γυναικεία εργασία προσφέρει πάρα πολλά τόσο στην ίδια τη γυναίκα
όσο και στην οικογένεια και στο κοινωνικό σύνολο, ώστε όχι απλά δεν
πρέπει να περιοριστεί ή να αποκλειστεί από την εργασία, το ποτάμι
δεν γυρνάει πίσω, αλλά αντίθετα οι παροχές και οι διευκολύνσεις προς
την εργαζόμενη μητέρα πρέπει να δίδονται κυρίως κατά τα πρώτα χρόνια
της απόκτησης παιδιών και να είναι τέτοιες ώστε οι γυναίκες να μην
αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την εργασία τους και συγχρόνως να
μπορούν να ανταποκριθούν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις.
Αντίστοιχες παροχές θα πρέπει να δίνονται και στους συζύγους με
παιδιά ενώ αλλάζει σιγά-σιγά η νοοτροπία των ανδρών για τους ρόλους
μέσα στο σπίτι.
Δημογραφικές επιπτώσεις.
Οι πληθυσμιακές μεταβολές επηρεάζουν ολόκληρο τον εθνικό οργανισμό
και την κοινωνική συνοχή. Η χώρα μας με τη δημογραφική μείωση των
γεννήσεων διατρέχει μεγάλους κινδύνους (που επιτείνονται λόγω της
γεωγραφικής μας θέσης και λόγω της έλλειψης συγγενικών λαών). Λόγω
υψηλού βαθμού γήρανσης η χώρα μας θα έχει τους νεότερους
συνταξιούχους και μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων. Ήδη η αναλογία
εργαζομένων-συνταξιούχων έχει μεταβληθεί σε επικίνδυνα επίπεδα και
απειλείται να καταρρεύσει το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα. Εργατικό
δυναμικό για χειρονακτικές εργασίες και γενικά για βαριά επαγγέλματα
δεν θα υπάρχει και αυτό θα καθιστά ευχερέστερη την είσοδο ξένων
μεταναστών. Πρέπει δε να επισημάνω ότι η μείωση των νέων ατόμων δεν
συμβάλλει στη μείωση της ανεργίας. Αντίθετα με ότι πιστεύεται, η
μείωση των νέων ωθεί σε αύξηση της ανεργίας (π.χ. μείωση μαθητών,
κλείσιμο σχολείων άρα μείωση θέσεων εκπαιδευτικού προσωπικού), διότι
μακροπρόθεσμα οδηγεί σε μείωση και γήρανση του εργατικού δυναμικού
και σε οικονομική ύφεση. Επιπτώσεις των δημογραφικών εξελίξεων
έχουμε και στον πολιτιστικό τομέα. Η δημογραφική γήρανση του
πληθυσμού οδηγεί σε κοινωνική υποβάθμιση, σε χαλάρωση και τον
εκφυλισμό πολλών θεσμών.
Όπως προκύπτει από τους παράγοντες που επηρεάζουν το δημογραφικό
πρόβλημα και από τις επιπτώσεις σε αυτό, για να αντιμετωπιστεί η
δημογραφική κατάσταση της χώρας μας, είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί
μια συγκεκριμένη στρατηγική δράσης, μια κρατική πολιτική που θα
δώσει λύσεις στα σύνθετα δημογραφικά μας προβλήματα. Τα μέτρα που
πρέπει να ληφθούν, πρέπει να αφορούν ειδικώτερα την ανάπτυξη της
περιφέρειας, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και απασχόλησης
ειδικά στην περιφέρεια, την προστασία της οικογένειας, της
μητρότητας, των παιδιών της μονογονεικής οικογένειας, των
ηλικιωμένων κ.λ.π. Τα μέτρα αυτά δεν είναι βέβαια «παροχή βοήθειας
προς αναξιοπαθούντες» αλλά μέτρα που θα συνεισφέρουν ουσιαστικά στη
λύση των αιτίων της δημογραφικής μας καχεξίας.
Η Εθνική μας Αντιπροσωπεία (Βουλή), κάνοντας τη διαπίστωση του
μεγάλου δημογραφικού μας προβλήματος, πρότεινε και συνέστησε ήδη από
το 1991, διακομματική επιτροπή για τη μελέτη σε βάθος του
δημογραφικού προβλήματος της χώρας, και την αποτελεσματική
αντιμετώπισή του. Η επιτροπή συνεδρίασε 12 φορές, κάλεσε σε ακρόαση
και διάλογο ειδικούς επιστήμονες (ερευνητές, καθηγητές
Πανεπιστημίων, την ακαδημία Αθηνών, εκπροσώπους του ιατρικού
συλλόγου, της εκκλησίας της Ελλάδος) δεν κάλεσε όμως καμία από τις
γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες και αντέδρασαν άμεσα κυρίως γιατί
στο πόρισμα της Επιτροπής υπάρχουν θέσεις και προτάσεις που
προκαλούν σύγχυση και άλλες που προκαλούν ενοχές στις γυναίκες.
(σύγχυση μεταξύ των αιτίων της υπογεννητικότητας και των μέσων
ελέγχου της γονιμότητας, κ.λ.π.).
Από τη μελέτη των δημογραφικών παραγόντων και των επιπτώσεών τους,
προκύπτει ότι οι λύσεις που μπορούν να δοθούν, πρέπει να είναι στα
πλαίσια της προστασίας μιας σειράς κοινωνικών δικαιωμάτων,
δικαιωμάτων δηλ. που απαιτούν τη διανεμητική δράση της πολιτείας,
δηλ. απαιτούν παροχές.
Το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδας περιλαμβάνει τέτοιες διατάξεις.
Ειδικώτερα στο άρθρο 21 κατοχυρώνει την οικογένεια, το γάμο, τη
μητρότητα, την παιδική ηλικία. Επίσης υπό την προστασία του κράτους
τελούν οι πολύτεκνες οικογένειες, οι ανάπηροι, οι χήρες και τα
ορφανά πολέμου, και όσοι πάσχουν από ανίατη ασθένεια. Επίσης στο
ίδιο άρθρο προστατεύεται η υγεία των πολιτών και ιδιαίτερα η
νεότητα, το γήρας, η αναπηρία και η περίθαλψη των απόρων, ενώ η
παρ.4 αφορά την ειδική φροντίδα του κράτους για την απόκτηση
κατοικίας γιαυτούς που τη στερούνται. Ας σημειωθεί ότι το επόμενο
άρθρο 22, αναφέρεται στο δικαίωμα εργασίας, όπου το κράτος οφείλει
να μεριμνά για την δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών.
Τα σημαντικά αυτά κοινωνικά δικαιώματα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι
δεν καθιερώνουν αγώγιμες αξιώσεις απέναντι στο κράτος, η δε εφαρμογή
τους εξαρτάται από τις επιλογές του νομοθέτη, ανάλογα με την
οικονομική κατάσταση του κράτους. Παρά ταύτα, τα κοινωνικά
δικαιώματα του άρθρου 21 δεσμεύουν απευθείας τη διοίκηση, όταν ασκεί
τις αρμοδιότητές της με διακριτική ευχέρεια να επιλέγει εκείνες τις
λύσεις, που προωθούν την προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Πρέπει να
υπογραμμιστεί ότι όταν υλοποιηθεί νομοθετικά ένα κοινωνικό δικαίωμα,
δύσκολα μπορεί ένας νεότερος νόμος να το θίξει, γιατί αποτελεί ήδη
κοινωνικό κεκτημένο. Στο πλαίσιο υλοποίησης των αναφερθέντων
κοινωνικών δικαιωμάτων, υπάρχει μια σειρά νομοθετημάτων κυρίως
επιδοματικών, αλλά και άλλων, (επίδ. γάμου, τέκνου, ειδικό επίδ.
τρίτου παιδιού, επίδ. πολυτέκνων κ.λ.π.) (βρεφονηπιακοί σταθμοί,
συμβουλευτικοί σταθμοί επιτόκων, νηπίων, μετεγγραφή φοιτητών,
προτεραιότητα των πολύτεκνων στις προσλήψεις και στην απόκτηση
κατοικίας, φορολογικές ελαφρύνσεις ή απαλλαγές κ.λ.π.). Πάντως η
νομοθεσία είναι διάσπαρτη, ασυντόνιστη, αποσπασματική και
περιστασιακή, δημιουργεί ανισότητες και βέβαια δεν είναι επαρκής για
να καλύψει τις υπάρχουσες ανάγκες. Η τελευταία αναθεωρητική βουλή
(που ολοκλήρωσε την πρώτη φάση αναθεώρησης του ισχ. Συντάγματος το
Μάιο 1998) διαπιστώνοντας την άμεση ανάγκη άσκησης δημογραφικής
πολιτικής, πρότεινε στο άρθρο 21 να προστεθεί 5η παράγραφος που να
αναφέρει ότι «η άσκηση ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής, ιδίως
σε γεωγραφικά διαμερίσματα που παρατηρείται πληθυσμιακή ελάττωση,
αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους» (12-2-98).
Η επόμενη βουλή που θα ολοκληρώσει την αναθεώρηση του Συντάγματος
και θα ψηφίσει τις νέες διατάξεις, θα πρέπει να προσδιορίσει και να
οριοθετήσει την συγκεκριμένη πρόταση ακόμη και με χρονικούς
περιορισμούς προς τον κοινό νομοθέτη, ώστε η συνταγματική διάταξη
που αφορά το δημογραφικό πρόβλημα να αρχίσει άμεσα να υλοποιείται.
Αυτονόητο είναι ότι όσο «σοφότερο» θα είναι το κανονιστικό
περιεχόμενο των σχετικών ρυθμίσεων, τόσο πιο γρήγορος και
αποτελεσματικός θα είναι ο προσδοκώμενος στόχος.
===========================================================
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ - ΣΚΑΛΤΣΑ
ΑΝ. ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση , αποτελεί οργανική ανάγκη κάθε κρατικής
οργάνωσης . Κάθε αφορά που αναφερόμεθα στο θεσμό της Τοπικής
Αυτοδιοίκησης, συνηθίζουμε να προβάλλουμε τα δημοκρατικά της σύμβολα
και τα φιλελεύθερα λάβαρα τα οποία τη διακοσμούν . Κανείς δεν
αμφισβητεί ότι είναι στοιχείο και βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος
, ότι είναι το πολιτικό σχολείο των πολιτών, ότι είναι πηγή της
πολιτικής ελευθερίας και μέσο πραγμάτωσης των δημοκρατικών ιδεωδών.
Αυτά όλα είναι ορθά και σύμφωνα με τα δεδομένα της Ιστορίας και της
Επιστήμης. Αλλά εικονίζουν μόνον για πλευρά του θεσμού η οποία
πλευρά είναι μάλλον εξωτερική, και για τούτο πολύ εντυπωσιακή. Θα
είμεθα περισσότερο μέσα στην ουσία και θα εξυπηρετούσαμε περισσότερο
τον προορισμό και τη μοίρα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εάν προσέχαμε
την ουσία της , την οργανική υπόσταση, τη δικαιολογίας της. Η Τοπική
Αυτοδιοίκηση δεν είναι βεβαίως ξηρός διοικητικός μηχανισμός, αλλά
είναι προπάντων οργανισμός που διαπνέεται από μία ιδέα , την ιδέα
αυτή την ενσαρκώνει η εκλογή και το πρόσωπο του αιρετού άρχοντος.
Είναι πρωταρχικό κύτταρο της διοικητικής δράσης, δεν είναι ειδική
εκδήλωση ενός συστήματος ή ενός καθεστώτος οργανώσεως κράτους ,
είναι γενική εκδήλωση κάθε διοίκησης . Η δε διοίκηση ως ενέργεια που
σκοπό έχει την πραγμάτωση των σκοπών του κράτους δικαίου ,
προηγείται ιστορικώς κάθε άλλης εκδήλωσης της πολιτειακής
λειτουργίας. (Εν αρχή ην η διοίκησις, είτα η νομοθεσία και η
δικαστική λειτουργία). Είναι δυνατόν να υπήρξε στα βάθη της Ιστορίας
πολιτεία άνευ νόμων άνευ δικαστών αλλά δεν είναι δυνατόν να υπήρξε
πολιτεία άνευ διοίκησης. Και τούτο διότι η διοίκηση αποτελεί τη
ζωντανή δράση και ενέργεια που συμπληρώνει τη ζωή της πολιτείας.
Είναι η πρωταρχική εκδήλωση κάθε κρατικής δράσης. Η διοίκηση λοιπόν
αφ’ ης λάβει μία στοιχειώδη οργάνωση και ανάπτυξη δημιουργεί αφ’
εαυτής το φαινόμενο της αποκέντρωσης και της αυτοδιοίκησης. Και τα
δύο αυτά φαινόμενα δεν είναι ειμή, καταμερισμός των έργων. Και ο
καταμερισμός των έργων, είναι βασική οργανική ανάγκη σε κάθε
οργανισμό, είτε βιολογικό , είτε κοινωνικό.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση λοιπόν είναι μια οργανική ανάγκη
συμφυής σε κάθε διοίκηση. Είναι δε οργανική ανάγκη όχι μόνο γιατί
πηγάζει από την ανάγκη του καταμερισμού των έργων, αλλά και γιατί
σημαίνει μια εξ ενστίκτου επιστροφή στη πρωταρχική μορφή της
κοινωνικής ένωσης. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση προάγει τους δημοκρατικούς
θεσμούς μιας χώρας. Καθιστά τον πολίτη υπευθυνότερο διαχειριστή των
ιδικών του υποθέσεων . Μέσα στα πλαίσια λοιπόν του κράτους δικαίου
διαδραματίζει σπουδαίο και υψηλό ρόλο, γιατί είναι σύστημα με
δημοκρατική συγκρότηση και πνοή , η οποία έγκειται στο ότι επιτρέπει
τη διοίκηση μέρους των κρατικών υποθέσεων από τους ενδιαφερομένους
πολίτες. Οταν δεχθούμε όλα αυτά η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί
απλώς νομικό θεσμό, αλλά κοινωνική πραγματικότητα και οργανική
ανάγκη εντός του κράτους. Και ο περιορισμός της Τ.Α. σημαίνει
οργανική βλάβη αυτού του κράτους με επακόλουθο τον βαθμιαίο μαρασμό
των λειτουργιών.
|