ΕΝΩΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
1996 - 2005
για το δημοψήφισμα, την άμεση συμμετοχή και τα δικαιώματα των πολιτών
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ : ΑΘΗΝΑ, ΟΜΗΡΟΥ 34 ΤΚ : 106 72 | 34 OMIROU St., 106 72 ATHENS, HELLAS
210 / 36.22.517 210 / 36.22.767 adim@ath.forthnet.gr

Active Citizens Association - referendum, direct democracy and civil rights

Eγγραφή | Σύνδεση | Forum | Chat | Eπικοινωνία
Πλοήγηση στο δικτυακό μας τόπο

Κεντρική Σελίδα | Καταστατικό | Οργανωτικός χάρτης | Οργάνωση
Ιδρυτική Διακήρυξη | Ιδρυτικό Συνέδριο | Εφημερίδα | Εκδηλώσεις | Εκλογές ΕΝΕΠΟ | Τοπικά Δημοψηφίσματα ΕΝΕΠΟ | Ένωση Ενεργών Δικηγόρων | Συνδέσεις -
Links

Σάββατο, 14 Μαΐου 2005 - Τρίπολη 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ         ΕΝΩΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ       ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
ΔΗΜΟΥ  ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ            ΠΟΛΙΤΩΝ                           ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
 
 
« ΔHMOKΡΑΤΙΑ , ΔΙΚΑΙΟ  ΚΑΙ  ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ »
 
ΗΜΕΡΙΔΑ 
"ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΕΙΟ"  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ  ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
                                                                                                14  ΜΑϊΟΥ 2005 
 
Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
 
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ  ΚΕΝΤΡΟ  ΔΗΜΟΥ  ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
Η ΕΝΩΣΗ  ΕΝΕΡΓΩΝ  ΠΟΛΙΤΩΝ   
Ο ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ  ΣΥΛΛΟΓΟΣ  ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
 
διοργανώνουν εκδήλωση, στην οποία συμμετέχουν:
 
Το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Τμήμα Πελοποννήσου
Ο  Ιατρικός Σύλλογος Αρκαδίας
Το Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Αρκαδίας
Ο  Εμποροβιομηχανικός Σύλλογος Τριπόλεως
Ο  Φιλοτεχνικός Όμιλος Τριπόλεως
             
 
με θέμα :
« ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ »
 
Tη συζήτηση θα συντονίσει ο Καθηγητής Δημοσθένης Ασημακόπουλος,  Αντιπρύτανης του  Πανεπιστημίου Αθηνών 
 
Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ            Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ  ΕΝΕΠΟ                           Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
                                                                                                                    ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
                                                                                                                               ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
                                    Δημήτρης Σωτηρόπουλος           Ανδρέας Δημητρόπουλος               Δημήτρης Κωστόγιαννης  
 
Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α
 
18.00: Έναρξη Ημερίδας : Καθηγητής Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος
18.05: Μουσική Εισαγωγή -  Πιάνο
18.15: Χαιρετισμοί:
           
18.30: Γεώργιος Τσιχριντζής, Καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς: Βάσεις
Νομικών Δεδομένων.
18.45: Ιωάννης Αυγερινός, LL.M, Ph.D, Ειδικός Επιστήμονας
           Νομικής Σχολής   ΔΠΘ :  Σχεδιάζοντας τη συμμετοχική                 
           Δημοκρατία του κυβερνοχώρου:  ο ρόλος του νομικού
19.00: Ιωάννης Κάρκαλης, Πάρεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου, Δρ. Ν: Τεχνητή                  
           Νοημοσύνη και απονομή Δικαιοσύνης
19.15: Ανδρομάχη Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά,  Αν. Καθηγήτρια        
            Παντείου  Πανεπιστημίου:  Διοίκηση και Τεχνολογία.
 
19.30: Διάλειμμα
 
20.00: Ανδρέας Κατράκης,  επ. Αρεοπαγίτης:  Η εξέλιξη του νόμου και η
τεχνολογία.
20.15: Θεόδωρος Παναγόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου 
Πανεπιστημίου Πειραιώς: Επάλληλοι σχέσεις τεχνολογίας και
δικαιοσύνης.
20.30: Ανδρέας Δημητρόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου  Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών:   Δημοκρατία και  Τεχνολογία.
 
20.45: Συζήτηση
21.00: Συμπεράσματα:
21.15: Ορχήστρα Απολλώνειου Ωδείου(Διευθυντής Γεώργιος Μούτσιος)
21.30: Χορωδία «Ορφέας» 
Δεξίωση
                                                                                      Η  ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
                                                                                              Χριστίνα Βρεττού
                                                                                            Χρίστος Περπερίδης

 

Η Ένωση Ενεργών Πολιτών διοργάνωσε για ακόμη μία φορά με επιτυχία ημερίδα στην Τρίπολη της Αρκαδίας με θέμα  " Δίκαιο, Δημοκρατία & Τεχνολογία "  στις 14 Μαίου 2005 με συμμετοχή όλων των τοπικών παραγόντων της πόλεως και ευχαριστεί όλους τους πολίτες για τη συμμετοχή τους.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

Δελτίο Τύπου:

          Επιτυχία ιδιαίτερη σημείωσε η ημερίδα που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 14 Μαΐου στο «Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Τριπόλεως  με θέμα  «Δημοκρατία, Δίκαιο και Τεχνολογία». Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Πνευματικού Κέντρου Τριπόλεως, της Ενώσεως Ενεργών Πολιτών και του Δικηγορικού Συλλόγου Τριπόλεως. Συμμετείχαν επίσης το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το Τεχνικό Επιμελητήριο Πελοποννήσου, ο Ιατρικός Σύλλογος Τριπόλεως, το Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Αρκαδίας, ο Εμποροβιομηχανικός Σύλλογος Τριπόλεως και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Τριπόλεως.

        Στην επιτυχία αυτής της ημερίδας συνέβαλε τα μέγιστα και η ευγενής παρουσία και προσφορά  του Δημάρχου Τριπόλεως κ. Δημοσθένη Σωτηρόπουλου.

        Κύριος ομιλητής της ημερίδας ήταν ο κ. Ανδρέας Δημητρόπουλος, Καθηγητής  Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ενεργών Πολιτών , ο οποίος ανέπτυξε το θέμα « Δημοκρατία και Τεχνολογία».α».

        Συναφή θέματα ανέπτυξαν και άλλοι αξιόλογοι πανεπιστημιακοί καθηγητές και δικαστές: ο κ. Ιωάννης Αυγερινός, Ειδικός Επιστήμονας της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης , ο κ. Ιωάννης Κάρκαλης, Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και Διδάκτορας , η κ. Ανδρομάχη Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών , ο κ. Ανδρέας Κατράκης, επίτιμος Αρεοπαγίτης , ο κ. Θεόδωρος Παναγόπουλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

              

         

 

 

 

 

 

ΕΠΑΛΛΗΛΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

                                                                                      υπό

                                                                               Θεοδώρου Ι. Παναγοπούλου

                                                                               Καθηγητού Δημοσίου Δικαίου

                                                                         Πανεπιστημίου Πειραιώς

 

 

 

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

            Με ιδιαίτερη χαρά συμμετέχω για μία ακόμη φορά στις ημερίδες, που ανά την Ελλάδα διοργανώνει η Ένωση Ενεργών Πολιτών του συναδέλφου καθηγητού κ. Ανδρέα Δημητρόπουλου. Εκφράζω δε τα συγχαρητήριά μου, γιατί με τις ποικίλες δραστηριότητές της ταράσσει τα ήρεμα νερά της περιφέρειας.

            Το θέμα Ημερίδας με κάνει να στρέψω την προσοχή μου στην κατεύθυνση, που στις ημέρες μας προκαλεί όλων μας την προσοχή. Αποτελεί κοινόν τόπον, ότι ο

21ος αιώνας θα χαρακτηρισθεί από το γεγονός, ότι Τεχνολογία και Δημοκρατία είναι δυνάμεις επάλληλοι και όχι παράλληλοι, αφού μάλιστα γίνεται ήδη λόγος για στρατηγική συμμαχία Δικαίου και Τεχνολογίας.[1]

            Η συμβολή της Τεχνολογίας είναι δεδομένη στην κατά το καλύτερο δυνατό τόπο ολοκλήρωση των δραστηριοτήτων του ανθρώπου και επομένως στην προσπάθειά του για την από πάσης πλευράς αποτελεσματικότερη απονομή της Δικαιοσύνης.

Στην μετά την έκδοση της αποφάσεως σχετική διαδικασία οι υπηρεσίες της Τεχνολογίας είναι σε όλους μας γνωστές. Ακόμη και περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄90 οι αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίων εγγράφοντο δια χειρός από τους Δικαστές σε μικρά χαρτιά. Ακολούθως δακτυλογραφούντο από την ειδική υπηρεσία και στην συνέχεια εδίδοντο και πάλιν στους Δικαστές προς θεώρηση. Η όλη διαδικασία από της εκδόσεως της αποφάσεως διαρκούσε τουλάχιστον ένα τετράμηνο. Σήμερα οι Δικαστές από της εξόδου τους από τη Σχολή αποκτούν εκ μέρους της Υπηρεσίας Computer, εκτυπώνουν οι ίδιοι τις αποφάσεις τους, και σε περίπτωση Μονομελούς Δικαστηρίου τις θεωρούν αμέσως με αποτέλεσμα την σημαντική επιτάχυνση της όλης διαδικασίας προς άμεσο όφελος των συναλλασσομένων πολιτών, οι οποίοι καταφεύγοντες στην Δικαιοσύνη απαιτούν όχι μόνο δίκαιη δίκη αλλά και ταχεία απονομή της, που είναι άλλωστε και επί των ημερών μας το ζητούμενο. 

Τα ανωτέρω όμως περιορίζονται στα μετά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ το ερώτημα των ημερών μας είναι κατά πόσον ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δύναται να έχει λόγο τόσο κατά την διαμόρφωση του δικανικού συλλογισμού, όσο και στην έκδοση της αποφάσεως, όταν από μακρού έχει γίνει ήδη λόγος και για την πιθανότητα υποκαταστάσεως και αυτού του Δικαστού!

Είναι αληθές ότι σε μικρό χρονικό διάστημα στον τομέα της Τεχνολογίας σε σχέση με την απονομή Δικαιοσύνης τα συντελεσθέντα βήματα είναι γοργά και αποδίδουν θετικά αποτελέσματα.

Στο σημείο τούτο οφείλουμε να επισημάνουμε την προθυμία του συνταγματικού μας νομοθέτη να προσφέρει στέρεο υπόβαθρο προκειμένου να απαλειφθούν προσκόμματα και να βοηθηθεί ο κοινός νομοθέτης να προχωρήσει στην θεσμοθέτηση νόμων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα συμβάλλουν στην καλύτερη ποιότητα ζωής των πολιτών σε όλα τα επίπεδα.   

Με την τελευταία λοιπόν Αναθεώρηση του 2001 προσετέθη το άρθρο 5α στο Σύνταγμα στην παράγραφο 2 του οποίου ορίστηκε ότι: «Καθένας έχει το δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες, που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9α και 19».

Η διατύπωση αυτή χαρακτηρίστηκε ως ένα νέο δικαίωμα (τρίτη γενεά δικαιωμάτων), που συνιστά στο πλαίσιο της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας διαπλάτυνση της αρχής της ισότητας στο δικαίωμα της πληροφορίας και όχι μόνον καθ’όσον το δικαίωμα αυτό ολοκληρώνεται και με την παρεχόμενη δυνατότητα συμμετοχής στην νέα κοινωνία της πληροφορίας. 

Εκκινούντες λοιπόν από το δεδομένο, ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν επιπτώσεις όχι μόνον στο Δίκαιο αλλά και στην καλύτερη απονομή της Δικαιοσύνης, θεωρούμε αναγκαία την υποχρέωση της νομοθεσίας να παρακολουθεί τις εξελίξεις της Τεχνολογίας.

Στο πρόσφατα όμως αναθεωρημένο Σύνταγμα προστέθηκε και το άρθρο 9Α δυνάμει του οποίου «Καθένας έχει το δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως ο νόμος ορίζει.»

Τέλος στο άρθρο 19 προστέθηκε η παρ.3 δυνάμει της οποίας «απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α

Ήδη βιώνουμε την κοινωνία της πληροφορίας, που αποτελεί μεταμόρφωση της βιομηχανικής κοινωνίας, όρος που πρωτοδιατυπώθηκε για πρώτη φορά στη Λευκή Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ανάπτυξη, την Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση το 1993 επί εποχής Ζακ Ντελόρ. Ο όρος αυτός εδόθη ως απάντηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου από μακρού εγένετο λόγος για την δημιουργία των υπερλεωφόρων της πληροφορικής.

Ανάλογη συνταγματική πρόοδο έχει και το ισπανικό Σύνταγμα με το άρθρο 20 παρ.1Β και αυτό της Πορτογαλίας με το άρθρο 81 παρ.1 για την στήριξη της τεχνολογικής παραγωγής και δημιουργίας και για την εξασφάλιση της γενικότερης πολιτικής για την Τεχνολογία.

Αξία όμως λόγου πολλού είναι η από τον Οκτώβριο του 1947 διάταξη του άρθρου 12 του Συντάγματος της Ελεύθερης πόλεως της Βρέμης σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος υπερτερεί της τεχνικής και της μηχανής, αρχή την οποίαν και επί των ημερών μας, αρκετές δεκαετίες μετά δεν πρέπει να λησμονούμε ανεξάρτητα της σημειωθείσης τεχνολογικής αναπτύξεως.

Ο γερμανικός Θεμελιώδης Νόμος περιορίζεται σε έμμεσες αναφορές στην Τεχνολογία, όπως αυτή του άρθρου 74 παρ. 1 Νο 11α και 87γ για ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Ιδιαίτερη είναι η αναφορά μου στα εν Γερμανία κρατούντα δεδομένου ότι υπήρξε κράτος πρωτοπόρο στην νομοθετική ρύθμιση θεμάτων πληροφορικής.

Μνημονεύω ενδεικτικώς τα αρχικά νομοθετήματα για την προστασία των δεδομένων της 7ης Νοεμβρίου 1970 του κρατιδίου της Έσσης και τον Ομοσπονδιακό Νόμο της 1ης Ιανουαρίου 1978 περί προστασίας εναντίον της καταχρήσεως προσωπικών δεδομένων κατά την επεξεργασία αυτών, νόμοι οι οποίοι θεωρούνται πρωτοποριακοί για την εποχή τους και όχι μόνον. Θεωρήθηκαν μάλιστα ως πρώτη νομοθετική αντίδραση στην προσπάθεια να προστατευτεί το άτομο κατά των ενδεχομένων επιπτώσεων εκ της χρήσεως εκ μέρους της Δημοσίας Διοικήσεως Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, με την επισήμανση της ανάγκης ανεξαρτησίας του Επιτρόπου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, του μονομελούς δηλαδή αυτού οργάνου, απέναντι στη Δημόσια Διοίκηση.

Η προστασία αυτή θεωρείται απαραίτητη καθ’όσον οι νέες τεχνολογίες της κοινωνίας της πληροφορίας αφορούν ανθρώπινες δραστηριότητες, υποκαθιστώντας σε πολλές περιπτώσεις παραδοσιακές πλέον ανθρώπινες δράσεις. Η κοινωνία της πληροφορίας δημιουργεί νέα πεδία επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Τόσο οι κοινωνικές σχέσεις όσο και οι οικονομικές συναλλαγές και γενικότερα οι έννομες σχέσεις μεταφέρονται στον άϋλο κόσμο των δικτύων και δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον επικοινωνίας στο οποίο κάθε άτομο του πλανήτη γη έχει δυνατότητα επικοινωνίας με κάθε άλλο άνθρωπο τονίζοντας σε κάθε περίπτωση την ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών και την ανταλλαγή απόψεων στο Διαδίκτυο, διεθνές πεδίο χωρίς κρατικά σύνορα, όπου κάθε άτομο είναι ελεύθερο όχι μόνον να εκφρασθεί αλλά και να εργασθεί.

Οι χρήστες του Διαδικτύου αρνούνται όμως να υπαχθούν σε κανόνες θεωρούντες ότι θα συνιστούσαν μη αποδεκτή λογοκρισία.  

 

B. Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Όπως αναμφισβήτητη είναι η συμβολή της τεχνολογίας και ιδιαίτερα της κοινωνίας της πληροφορίας στην όλη εξέλιξη του δικαίου, δεν πρέπει να παραβλέπεται δυστυχώς, και η καταχρηστική χρήση της, η οποία τροφοδοτεί εγκληματικές δραστηριότητες που χωρίς τη συμβολή της δύσκολα θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθούν στην κλίμακα, που σήμερα αναπτύσσονται στον διεθνή χώρο.

Αναφέρομαι στις περιπτώσεις παιδεραστίας, που καθημερινώς αποκαλύπτονται να διενεργούνται μέσω του Διαδικτύου με κυκλώματα του εξωτερικού, με αποστολές φωτογραφιών ανηλίκων παιδιών για ανεύρεση διεθνούς πελατείας, σωματεμπορίας με πώληση γυναικών προερχομένων από χώρες όπου επικρατούσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, εμπορίας ναρκωτικών κλπ. Κρούσματα λαθρεμπορίου έχουν επισημανθεί, όπως επίσης ναρκωτικών ουσιών από Θεσσαλονίκη στις ΗΠΑ μέσω του Διαδικτύου. Καθημερινώς καταχωρούνται στον Ημερήσιο Τύπο σχετικές δημοσιεύσεις.[2] Ήδη ανηγγέλθη η διακοπή λειτουργίας των chat rooms από την εταιρεία Microsoft για την προστασία της νεολαίας.

Τα εγκλήματα τα οποία υποβοηθούνται μέσω της τεχνολογίας δεν έχουν τέλος. Η εξέλιξή της έχει συμβάλει στην τελειοποίηση της πλαστογραφίας ακόμη και των πιστωτικών καρτών και στο λεγόμενο «ξέπλυμα μαύρου χρήματος», στους εκβιασμούς με την παρακολούθηση και καταγραφή πληροφοριών, που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή των χρηστών του Διαδικτύου κλπ. Επίσης στον τομέα των φορολογικών παραβάσεων μεγάλη είναι η συμβολή του Διαδικτύου. Τούτο διότι οι μέσω αυτού εμπορικές συναλλαγές είναι δύσκολο να επισημανθούν και επομένως να φορολογηθούν.

Ήδη θεσμοθετούνται οι νέοι δικονομικοί κανόνες λόγω της εξελίξεως αυτής. Μόλις προσφάτως το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας εξέδωσε την 10η Δεκεμβρίου του 2002 απόφαση αναφερομένη στο Διεθνές Δίκαιο των αδικοπραξιών που διαπράττονται μέσω δικτυακών τόπων. Αναγνώρισε λοιπόν σε ιδιώτη, κάτοικο Αυστραλίας, να εναγάγει στα Δικαστήρια της χώρας του τον ιδιοκτήτη σελίδας του Internet που εδρεύει στις ΗΠΑ για σε βάρος του προκληθείσες δυσφημιστικές πράξεις, οι οποίες ετελέσθησαν μέσω της σελίδας αυτής.

Επίσης η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εψήφισε νόμο για την παρεμπόδιση του φαινομένου της πορνογραφίας και άλλου μη αποδεκτού υλικού στις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι συνδεδεμένες με το Διαδίκτυο, έστω και εάν ο νόμος αυτός προκάλεσε αντιδράσεις. Πολλοί μάλιστα έσπευσαν να τον χαρακτηρίσουν ως θεσμοθετημένη προληπτική λογοκρισία. Ο εισηγητής όμως του νόμου αυτού Υπουργός Παιδείας και Τεχνολογίας έκανε λόγο για ψήφιση νόμου, ο οποίος θέτει τα όρια εντός των οποίων δύναται να κινηθεί αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες, όπως κάθε άλλος αντιστοίχως στον κλάδο παροχής υπηρεσιών. Χαρακτηριστικός είναι ο ισχυρισμός του, ότι για το Διαδίκτυο το διεθνές αυτό μέσο μεταφοράς πληροφοριών πρέπει να ισχύσουν κανόνες, όπως αυτοί που ισχύουν σε άλλα μέσα μεταφοράς όπως λ.χ. είναι οι αυτοκινητόδρομοι.

Η Τεχνολογία είναι αυτή η οποία σε τελευταία ανάλυση διευκολύνει την δημιουργία ελευθέρων ζωνών ηλεκτρονικού εμπορίου, που μαζί με το ηλεκτρονικό χρήμα συμβάλλουν στην ανατροπή της παγκοσμίου οικονομίας χωρίς δυνατότητα ελέγχου. Στην ηλεκτρονική αγορά είναι εύκολο πλέον να παραπλανηθεί ο καταναλωτής, ο οποίος αγοράζοντας ένα προϊόν από εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στην χώρα του ανακαλύπτει, ότι το προϊόν προέρχεται από άλλη χώρα, όπου η διαθέτουσα εταιρεία υπόκειται σε διαφορετικό καθεστώς ελέγχου.[3]

Η ταχύτητα και ο τρόπος μεταδόσεως της πληροφορίας μειώνουν ή ακόμη και εξαφανίζουν τις γεωγραφικές αποστάσεις στις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η απόσταση δεν έχει πλέον σημασία. Οι συνεχώς μειούμενες τιμές των υπερατλαντικών κλήσεων δίδουν άλλο δυναμισμό και προοπτική στην ηλεκτρονική αγορά.

Η Τεχνολογία επίσης συμβάλλει με την εξέλιξή της στην παράνομη κυκλοφορία της πληροφορίας, της πληροφορίας δηλαδή εκείνης με παράνομο περιεχόμενο, π.χ. η διαφήμιση παράνομων ναρκωτικών ουσιών, ή άλλων πληροφοριών, οι οποίες ενδεχομένως να διευκολύνουν την διεθνή τρομοκρατία. Ακόμη όμως και στην πληροφορία που το περιεχόμενό της θίγει την υπόληψη προσώπου. Στο σημείο τούτο κάθε κράτος θα πρέπει να λάβει τα μέτρα εκείνα, τα οποία βάσει της παραδόσεώς του θα θωρακίζουν τους πολίτες του, χωρίς όμως να βλάπτεται η ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Είναι όμως εφικτός ο έλεγχος αυτός πάντοτε; Τούτο είναι το ερώτημα ιδιαίτερα για την ψηφιακή Τεχνολογία, η οποία έχει κατοχυρώσει την ελεύθερη διέλευση κάθε πληροφορίας.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η αλματώδης εξέλιξη της Τεχνολογίας τροφοδοτεί έντονα την δικαστηριακή ύλη.   

H γενικώτερη επίδραση λοιπόν της Τεχνολογίας στο Δίκαιο είχε ως συνέπεια την δημιουργία ποικίλων νομικών προβλημάτων η επίλυση των οποίων ακολούθησε όπως ήταν φυσικό την δικαστηριακή οδό. Όπου δε κρίθηκε αναγκαίο παρενέβη και ο κοινός νομοθέτης προκειμένου να προλειάνει τον δύσκολο δρόμο του Δικαστού. Ήδη έχουν δημοσιευθεί αποφάσεις οι οποίες αναφέρονται στο αδίκημα της απάτης με υπολογιστή.[4] Τέλος στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου και της Δημοσίας Διοικήσεως η εισβολή των ηλεκτρονικών υπολογιστών θα οδηγήσει σε αποδυνάμωση της αιτιολογίας, του ισχυρού αυτού όπλου του αδύνατου διοικούμενου, όπως χαρακτηριστικά σημείωνα ήδη από το 1976 στη μονογραφία μου περί της αιτιολογίας των Διοικητικών Πράξεων.    

 

 

 

Γ. Η ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Αναμφισβήτητη και χωρίς αντιρρήσεις είναι η σημαντική συμβολή της Τεχνολογίας στους τομείς διοικήσεως Δικαιοσύνης, όπως και στους κλάδους σχετικών με αυτές υπηρεσιών. Ήδη αντίγραφα ποινικού μητρώου εκδίδονται μέσω των Κέντρων Εξυπηρετήσεως Πολιτών με τη συνδρομή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ποιος από εμάς δεν θυμάται τις ατελείωτες ταλαιπωρίες, που υφίστατο ο πολίτης παλαιότερα για την έκδοση αντιγράφου ποινικού μητρώου.  

Αντίστοιχη πιστεύω, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα είναι και η οργάνωση των κτηματολογίων, όταν συντελεσθεί η ολοκλήρωσή τους.[5] Η έρευνα τίτλων, η οποία αποτελεί αντικείμενο μεγάλης δικηγορικής ύλης με μεγάλες ευθύνες θα απλοποιηθεί δια της αριθμήσεως των οικοπέδων ή αγροτεμαχίων, τα οποία θα παύσουν επιτέλους να προχωρούν, όπως χαρακτηριστικά μας εδίδασκαν στη Νομική σχολή τη δεκαετία του ΄60. Η κατεύθυνση είναι ένα ηλεκτρονικό αρχείο να καλύπτει σε πρώτη φάση τα ακίνητα κάθε νομού, μέσω δε αυτού θα χορηγείται το σχετικό πιστοποιητικό από το οικείο Κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα να μειωθούν και οι περιπτώσεις των υποθέσεων που άλλως πως θα έπρεπε να ακολουθήσουν την δικαστική οδό για επίλυση αμφισβητήσεων.

Αντίστοιχες επίσης διευκολύνσεις θα οργανωθούν για τα μητρώα των πτωχευσάντων εμπόρων, για τις δημοσιευθείσες διαθήκες κλπ για τις δικαστικές στατιστικές. Είναι βέβαιο ότι από τη μελέτη των στατιστικών αυτών θα διευκολυνθεί η εναρμόνιση του συγκεκριμένου περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων.  

Στη Νέα Υόρκη έχει ήδη καθιερωθεί η χρήση PowerPoint στην αίθουσα του Δικαστηρίου ώστε να καθίσταται πλέον εμπεριστατωμένη η κατανόηση των επιχειρημάτων των δικηγόρων στους ενόρκους. Η χρήση της τεχνολογίας αρχίζει πλέον να εδραιώνεται. Σε πολλές περιπτώσεις η αίθουσα του Δικαστηρίου είναι πλέον κάτι το ξεπερασμένο. Ο δικαστής παρουσιάζεται με βιντεοκάμερα σε δικηγορικά γραφεία ή αλλού, όπου βρίσκονται οι δικηγόροι και με τον τρόπο αυτό διεξάγεται η δίκη. Οι σημειώσεις από τον δικαστικό γραμματέα είναι προσιτές καθώς δακτυλογραφούνται και είναι αυτόματα ορατές στην οθόνη. Οι διασκέψεις βιντεοσκοπούνται με ψηφιακή κάμερα και οι δικαστές μέσω του Διαδικτύου ερευνούν νομικά και πραγματικά περιστατικά. Με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται χρόνος. Στο άμεσο μέλλον όλο και μεγαλύτερος αριθμός δικαστών, δικηγόρων και μαρτύρων θα εμφανίζονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου μέσω βιντεοκάμερας.[6]

Η τεχνολογία είναι το μέσον για την επίτευξη του στόχου και όχι αυτοσκοπός. Ο στόχος είναι η απονομή της δικαιοσύνης και όχι η τεχνολογία.

Το θέμα είναι κατά πόσον έχουμε συμβολή της Τεχνολογίας στην διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης και σε τι σημείο πιστεύουμε ότι θα υπάρχουν όρια της συμβολής αυτής. Τούτο είναι και το ζητούμενο των ημερών μας, ως το πλέον ευαίσθητο σημείο της δράσεως της ανεξαρτήτου δικαστικής λειτουργίας.

Μέχρις ότου καταλήξει ο δικαστής στην απόφασή του είναι αναγκαίο να εξετάσει ορισμένα στοιχεία. Να ερευνήσει τις νομικές διατάξεις που θα πρέπει να εφαρμοσθούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, να εξετάσει την νομολογία του Δικαστηρίου επί αναλόγων υποθέσεων, να διαβάσει την σχετική νομική βιβλιογραφία προκειμένου να ενημερωθεί επί των διατυπωμένων απόψεων, ώστε, εάν χρειασθεί, να μνημονεύσει στην απόφασή του θεωρητικές απόψεις, να βασισθεί σε αυτές ή να τις αντικρούσει, ώστε η απόφασή του να είναι όσο το δυνατόν τεκμηριωμένη.  

Πάντα τα ανωτέρω είναι γεγονός, ότι η Τεχνολογία δύναται να τα προσφέρει στον δικαστή σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να αναγκάζεται να προστρέχει σε βιβλιοθήκες και αρχεία Δικαστηρίων,  ώστε τον κύριο χρόνο του να μπορεί με άνεση να τον διαθέσει για  την έκδοση της αποφάσεώς του, για την υπαγωγή των πραγματικών  περιστατικών της κάθε υποθέσεως που βρίσκεται ενώπιόν του, στον κείμενο κανόνα δικαίου.

Στο ΣτΕ λειτουργεί ήδη Τμήμα Έρευνας και Νομολογίας κατά τρόπον ικανοποιητικό που προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στους δικαστές. Αντίστοιχο Τμήμα το οποίο δημιουργήθηκε στον Άρειο Πάγο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Στο Ελ. Σ. λειτουργεί το Γραφείο Οργάνωσης και Μεθόδων για να διευκολύνει τους Δικαστές με την νομολογία του Δικαστηρίου.

Ήδη η νομολογία των δικαστηρίων μας έχει απασχοληθεί εντόνως με υποθέσεις, που αφορούν στο Διαδίκτυο. Αναφορικά με την λειτουργία του Ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου, του γνωστού σε όλους μας e-mail, έκρινε  απόφαση[7] με την σκέψη, ότι την ηλεκτρονική διεύθυνση αποτελεί ο κωδικός, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο χρήστης στο όλο σύστημα, είτε ως αποστολέας, είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Η ηλεκτρονική αυτή διεύθυνση διαμορφώνεται πάντοτε κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο τον χρήστη με επιλογή χαρακτήρων της επιλογής του συνδυαζόμενοι με το σύμβολο @ (παπάκι στην καθομιλουμένη).

Αλλά και για το ηλεκτρονικό έγγραφο έκρινε η άνω απόφαση. Ως ηλεκτρονικό έγγραφο έχει καθιερωθεί να λογίζονται οι συνολικές εγγραφές δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες μετά από επεξεργασία αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος, με συνέπεια να καθίσταται αναγνώσιμο από τον άνθρωπο. Ο καθορισμός λοιπόν της ηλεκτρονικής διευθύνσεως από τον ίδιο τον χρήστη και η δήλωσή της συνιστά απόδειξη ταυτότητας του εκδότη κατ’ αναλογία των ισχυόντων του άρθρου 443 Κ.Πολ.Δ. για το παραδοσιακό έγγραφο, η δε μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο σύμφωνα με το άρθρο 444 εδ.3 του Κ.Πολ.Δ. εμπίπτει στη έννοια του ιδιωτικού εγγράφου με αποδεικτική σε βάρος του εκδότη του δύναμη.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού η απόκτηση ηλεκτρονικής διευθύνσεως με την ίδια ένδειξη, την οποία τρίτο πρόσωπο έχει νόμιμα ως σήμα και αποτελεί τόσο την επωνυμία του, όσο και τον διακριτικό του τίτλο. Επομένως νομίμως διατάσσεται η διαγραφή της ενδείξεως αυτής από τον κατάλογο των domain names. [8]

Ήδη οι εξελίξεις οδήγησαν στην ανάγκη θεσπίσεως νέων κανόνων δικαίου για την κάλυψη των νέων δεδομένων της τεχνολογίας και του επηρεασμού της σε θέματα δικαίου. Ενδεικτικά μνημονεύω το Π.Δ. 342/2002 για την διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Το Π.Δ. 150/2001 για τις ηλεκτρονικές υπογραφές. Επίσης την οδηγία 2002/19/ΕΚ για την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Την Οδηγία 2002/77/ΕΚ για τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Την οδηγία 1999/93/ΕΚ για τις ηλεκτρονικές υπογραφές κλπ.

Τέλος περιπτώσεις συμβάσεων μέσω Διαδικτύου έχουν επίσης απασχολήσει την Δικαιοσύνη. Εκρίθη λοιπόν νομικώς βάσιμη η αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής βάσει Ηλεκτρονικού εγγράφου.[9] Επίσης, εκρίθη, ότι η περιεχόμενη στη σύμβαση δυνατότητα μεταξύ εκδότου της κάρτας και συμβεβλημένης επιχειρήσεως  να επιχειρεί συναλλαγές μέσω τηλεφώνου με κατόχους της κάρτας ή μέσω Διαδικτύου, δεν παρέχει ανάλογο δικαίωμα στον εκδότη της κάρτας να την χρεώνει με χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούν συναλλαγές μέσω τηλεφώνου ή Διαδικτύου, εάν τέτοια δυνατότητα δεν περιλαμβάνεται στη σύμβαση μεταξύ εκδότου κάρτας και του κατόχου της.[10] Οι διαφορές που ανακύπτουν στο ηλεκτρονικό εμπόριο επιλύονται σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2251/1994 ως ισχύει για την προστασία των καταναλωτών. Ως μέσα εννόμου προστασίας το Μονομελές Πρωτοδικείο, εφόσον πιθανολογείται προσβολή δικαιωμάτων προερχομένων από υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο, ιδίως τη συντηρητική κατάσχεση των αντικειμένων που κατέχονται από τον καθ’ού ή από τρίτον και αποτελούν μέσο τελέσεως ή προϊόν ή απόδειξη της προσβολής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται υποχρεωτικά το άρθρο 687 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και χορηγείται υποχρεωτικά προσωρινή διαταγή κατά το άρθρο 691 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Είναι όμως δυνατή η υποκατάσταση του δικαίου από την τεχνολογία; Καταρχήν όχι. Όμως, τουλάχιστον σε πρώτη φάση σε θέματα Εκουσίας Δικαιοδοσίας, όπως είναι η αναγνώριση σωματείου, μόλις προ ολίγων ετών ανήκε στην δικαιοδοσία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και πρόσφατα την τελευταία αναθεώρηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ανετέθη στο Μονομελές Δικαστήριο, η αλλαγή ονόματος και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, ο υπολογιστής θα δύναται  με τη σειρά του να απαντά στο τεθέν ερώτημα κατά πόσον το σωματείο αναγνωρίζεται κλπ. Αλλά και στο Ποινικό Δικαστήριο σε πταισματοκές ποινές, κυρίως λόγω παραβάσεων τροχαίων διατάξεων θα δύναται να αποφαίνεται ο υπολογιστής.

Βεβαίως δεν γίνεται με τα σημερινά δεδομένα λόγος για την ποινική δικαιοσύνη, εκτός των περιπτώσεων του Πταισματοδικείου για τις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω, όπου στην εξουσία του Δικαστού παραμένει μεγάλη διακριτική ευχέρεια στην επιμέτρηση της ποινής, όπου δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνουν η αρχές της επιείκειας, της ελευθερίας και άλλες μεταβλητές. Δεν μπορούμε όμως πλέον να συναινέσουμε στην αρχή της εποχής του ΄70, ότι η ηλεκτρονική Δικαιοσύνη αποτελεί μύθο. Πιθανόν στις ημέρες μας να μπορούμε να διατυπώσουμε την αρχή, ότι η ηλεκτρονική Δικαιοσύνη εξελίσσεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε σύντομα να είναι σε θέση σε ορισμένες διαδικασίες ακόμη και να υποκαταστήσει τον Δικαστή, χωρίς με αυτό να θέλουμε να υποβιβάσουμε τον ανθρώπινο παράγοντα δημιούργημα του οποίου είναι και η τεχνολογία. Είναι νωρίς ακόμη να γίνει λόγος βεβαίως για υποκατάσταση της δικαστικής συνειδήσεως. Έστω και εάν ήδη γίνεται λόγος για ανάγκη δημιουργίας ενός νέου επιστημονικού κλάδου των νομικών μηχανικών,[11] όπου το τεχνικό δίκαιο θα κυριαρχεί.[12]

 

Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Αποδεχόμενοι λοιπόν το αξίωμα, ότι η τεχνολογία υπηρετεί το δίκαιο και συνεπώς την Δικαιοσύνη δρώσα επαλλήλως με αυτήν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι τόσο η δυναμική της, όσο και η διεθνοποίησή της και οι μεταξύ τους εναλλασσόμενες σχέσεις τους δημιουργούν ένταση για το μέχρι ποίου σημείου θα φθάσουν, όπως επίσης και για την δυνατότητα υποκαταστάσεως του δικαστού, τουλάχιστον σε ορισμένες προς το παρόν περιπτώσεις. Ήδη η ιδέα της υποκαταστάσεως του Δικαστού από την τεχνολογία είναι σκέψη, η οποία προκαλεί και συζητείται χωρίς ακόμη στις ημέρες μας, στις αρχές του 21ου αιώνα, να φαίνεται πραγματοποιήσιμη σε ευρύτερο πεδίο.

Η τεχνολογία έχει ήδη εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα της δίκης μέσω των δυνατοτήτων, που αυτή παρέχει. Π.χ. γενετικός έλεγχος αποτυπωμάτων, τα οποία ταυτοποιούν τον ένοχο, ιδίως στα ποινικά αδικήματα. Πρόσφατα είναι τα παραδείγματα από την Δίκη της  ‘17 Νοέμβρη’. Η Τεχνολογία είναι επίσης εκείνη, η οποία μέσω on line συστημάτων συντελεί στην εξακρίβωση οικονομικών εγκλημάτων. Σκεφθείτε την δυνατότητα φωτογραφήσεως τροχαίας παραβάσεως. Άλλως δεν θα ήταν νοητή παράβαση χωρίς δυνατότητα αποδείξεώς της.

Τέλος, η ταυτότητα ενός ηλεκτρονικού ίχνους, που παρακολουθείτο από καιρό, κατέστη δυνατό να αποκωδικοποιηθεί και να οδηγήσει ακόμη και στην συγκεκριμένη διεύθυνση του δράστου σε ξένη χώρα….

Επίσης η εξέλιξη της τεχνολογίας προωθεί την δημιουργία νέων πεδίων έρευνας, όπως το δίκαιο της τηλεοράσεως, της ατομικής ενέργειας και ακτινοβολίας, το δίκαιο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων κλπ.

Στην αποτελεσματική λοιπόν δίκη κυρίαρχη είναι η θέση της τεχνολογίας. Το πως δε η θέση αυτή θα εξελιχθεί προϊόντος του χρόνου, ουδείς επί του παρόντος δύναται να προσδιορίσει επακριβώς.

Βέβαιο είναι, ότι το πρόσωπο του δικαστού θα κυριαρχεί και στην επόμενη γενεά στην έδρα για την απονομή της Δικαιοσύνης. Το βάρος της ανθρώπινης συνειδήσεως θα είναι αυτό, που θα προσδιορίζει για πολύ ακόμη την δίκαιη και αποτελεσματική Δίκη.

Ας μη λησμονούμε τους λόγους του ποιητή και φιλοσόφου Ralf Emerson, ότι ο ανθός του πολιτισμού είναι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος της λογικής και αρμονίας, ο χαρισματικός, ο κοινωνικά ισχυρός, δημιούργημα του οποίου είναι η τεχνολογία των ημερών μας.

Μόνο ο άνθρωπος λοιπόν με τη λογική και το αίσθημά του πρέπει να δώσει τις κατευθύνσεις προς τα πού θα στραφεί η τεχνολογία, προκειμένου να τον υπηρετήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο εξασφαλίζοντάς του βελτιωμένη ποιότητα ζωής και αποτελεσματικότερες υπηρεσίες που να αναβαθμίζουν τις συνθήκες διαβιώσεώς του!


[1] Βλ. Λ. Μήτρου, Το Δίκαιο στην κοινωνία της πληροφορίας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 67.

[2] Βλ. Αν. Μαρίνου, Το Internet και οι συνέπειές του κυρίως στον χώρο του Δικαίου. Ελληνική Διακαιοσύνη, 1998, σελ.7 και η Τεχνολογία ατόμων και οι ψεύτες καραδοκούν στο Internet, εφημερίδα H ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 08/12/1996 και 24/08/1997 στο ένθετο Η Οικονομική Καθημερινή αντιστοίχως.

[3] Πρβλ. Π.Δ.  131/2003 προσαρμογή στην Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικού με ορισμένες πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου στην εσωτερική αγορά (Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο).

[4] Πρβλ. Α.Π. 1059/1995, ΝοΒ 1996, την διάδοση πορνογραφικού υλικού, Τριμ.Πλημ. Μονάχου απόφαση. 17/11/1999 και Πρωτ. Μονάχου απόφαση 28/05/1998 Ποιν.Χρ. 2000 764 και Ποιν.Χρ. 1999, 177 αντιστοίχως.

[5] Βλ. Αν. Μαρίνου, Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το Δίκαιο, Αθήνα 1980, σελ.94 επ.

[6] Sherri Day, Electronic Order in the Court, New York Times, 29.05.03.

[7] Πρβλ. απόφαση υπ’αριθμ. 1327/2001 του Μ. Πρωτ. Αθηνών, ΕΕμπΔ 2001, 256

[8]  Πρβλ. απόφαση υπ’αριθμ. 5567/2001 του Μον.Πρωτ. Αθηνών, ΔΕΕ 2002,600

[9] Πρβλ. απόφαση υπ’αριθμ. 1327/2001, όπου ανωτέρω

[10] Πρβλ. απόφαση υπ’αριθμ. 589/2001, ΕΕΝ 2002,613 και Π.Δ. 131/2003 άρθρο 8 Ηλεκτρονικές Συμβάσεις.

[11] Βλ. Kl. Vieweg, Zur Einfuhrung: Technik und Recht, Jus 1993, σελ. 898

[12] Στο Πανεπιστήμιο του Erlangen είναι σε λειτουργία από το 1991 το Ινστιτούτο για το Δίκαιο και την Τεχνολογία στην Νομική Σχολή, το οποίο λειτουργεί διεπιστημονικώς με άμεση επικοινωνία με τα Τεχνολογικά Τμήματα του Πανεπιστημίου. Ήδη άρχισε να λειτουργεί στο αυτό Πανεπιστήμιο Ινστιτούτο Ιατρικής και Τεχνολογίας.

 

 

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

 

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ – ΣΚΑΛΤΣΑ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Κατά το αρθρ. 5 A παρ.2 του Συν/τος η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα. Τούτο σημαίνει και τη διασφάλιση της αναγκαίας τεχνικής υποδομής αλλά και την ουσιαστική παροχή της δυνατότητος πρόσβασης στο Διαδίκτυο.

          Η καταλυτική παρουσία της νέας τεχνολογίας του Διαδικτύου[1] σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, επηρέασε και τη Δημόσια Διοίκηση η οποία αποκτά νέες διαστάσεις και προοπτικές[2]. Οι δυνατότητες της χρησιμοποίησης των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών δεν περιορίζονται στα εσωτερικά της διοίκησης, που μόνον έμμεσα επηρεάζουν τον πολίτη, αλλά επεκτείνονται και στην κυριαρχική διοίκηση. Έτσι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται μεγάλο όγκο πληροφοριών και να αντιμετωπίζει περίπλοκα προβλήματα όπως πχ η εκκαθάριση εκατομμυρίων δηλώσεων φόρου, ο υπολογισμός τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων, συντάξεων, αποδοχών, λογαριασμούς δημοσίων επιχειρήσεων.

          Η τεχνολογική όμως εξέλιξη των διοικητικών μέσων δημιουργεί νομικά προβλήματα: τα οποία συνδέονται αφενός με τη δυνατότητα των Η/Υ να εκδίδουν διοικητικές πράξεις και αφετέρου αν η νομιμότητα των μηχανογραφημένων διοικητικών πράξεων εξαρτάται από την αυστηρή τήρηση των τύπων που προβλέπονται για τις μη αυτοματοποιημένες διοικητικές πράξεις[3]. Και τούτο διότι η έκδοση πράξεων από τον Η/Υ εντάσσεται και στην έννοια του ηλεκτρονικού εγγράφου. Ηλεκτρονικό έγγραφο[4] (electronic document) είναι σύνολο δεδομένων που έχουν εγγραφεί στο μαγνητικό δίσκο ενός Η/Υ, αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας, και μπορούν να αποτυπωθούν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνωρίσιμο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή. Η έκδοση όμως εντάσσεται και στην δραστηριότητα των οργάνων της δημόσιας διοίκησης και όπως γνωρίζουμε τα λαμβανόμενα μέτρα υπόκεινται στις γενικές αρχές που διέπουν τη διοικητική δράση.

          Α) Ο ηλεκτρονικός αυτοματισμός της διοικητικής δράση δεν σημαίνει ότι οι πράξεις που εκδίδονται με τη βοήθεια του Η/Υ δεν αποτελούν διοικητικές πράξεις[5]. Το ανθρώπινο στοιχείο βέβαια όχι μόνο παραμένει αλλά είναι πρωταρχικό. Η «πράξη» εδώ έγκειται στον προγραμματισμό της μηχανής, με τέτοιο τρόπο ώστε υπό ορισμένα δεδομένα να δίδει μια απάντηση. Η σύγχρονη θεωρία και νομολογία αποδέχεται χωρίς σοβαρές επιφυλάξεις, ότι το έγγραφο που εκδίδεται από τον Η/Υ έχει το περιεχόμενο το οποίο προκαθορίζεται από το πρόγραμμα με το οποίο εφοδιάζεται ο Η/Υ. Συνεπώς η πράξη που διαμορφώνεται είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και μπορεί να προσβληθεί στα διοικητικά δικαστήρια , ανεξάρτητα αν υπολογίζεται και συντάσσεται είτε από τους αρμοδίους υπαλλήλους, είτε βάσει της δηλώσεως του φορολογουμένου από τον Η/Υ. Ετσι έκρινε σωστά το ΣτΕ ότι το σημείωμα της μηχανογραφικής υπηρεσίας ενός ασφαλιστικού οργανισμού που καθορίζει το ποσόν σύνταξης είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως.

          Ο Γερμανικός Κώδικας διοικητικής διαδικασίας παρ. 37 IV1 VwvfG αποδέχεται ότι οι εκδιδόμενες από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή πράξεις αποτελούν διοικητικές πράξεις.

          Β) Για τον διοικούμενο σημασία όμως έχουν και τα προβλήματα που αναφέρονται στον εξωτερικό τύπο[6] των μηχανογραφημένων πράξεων , όπως είναι η υπογραφή, αιτιολογία, επίδοση της πράξης , η ευθύνη .

         

α) Η υπογραφή των αυτοματοποιημένων διοικητικών πράξεων .

Το αρθρ. 16 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας απαιτεί όπως η διοικητική πράξη φέρει υπογραφή.

          Ο καθηγητής Πρ. Δαγτόγλου[7] αναφέρει «ότι η υπογραφή που κανονικά είναι αναγκαία για το κύρος της διοικητικής πράξεως, αλλά παρουσιάζει εύλογες δυσχέρειες στην περίπτωση της πράξεως που εξέδωσαν ηλεκτρονικές μηχανές, μπορεί να παραληφθεί αν από την παράλειψη αυτή δεν πάσχει ούτε η σαφήνεια της πράξεως ούτε η δικαστική προστασία του ιδιώτη».

          Όμως η παράλειψη της υπογραφής στις αυτοματοποιημένες διοικητικές πράξεις προϋποθέτει μια προσέγγιση των λειτουργιών που επιτελεί η υπογραφή στην έννομη τάξη[8]. Η έννοια και ο σκοπός των τύπων και ιδίως της υπογραφής της διοικητικής πράξης εξασφαλίζει αφενός την αποδεικτική λειτουργία και αφετέρου την εγγυητική λειτουργία.

         

Η αποδεικτική λειτουργία.

          Η υπογραφή του ονόματος σε μια διοικητική πράξη , εξυπηρετεί την ασφάλεια του δικαίου[9]. Εγγυάται ότι δεν πρόκειται για σχέδιο απόφασης, αλλά για ηθελημένη βούληση, η οποία προέρχεται από κάποιο πρόσωπο που είναι αρμόδιο για την έκδοση της πράξης.

          Όσον αφορά όμως τις παραδοσιακές πράξεις η υπογραφή είναι απαραίτητη αφού υπάρχει κίνδυνος παραποίησης ή παρερμηνείας της πράξης. Κι έτσι διασφαλίζεται με την υπογραφή η αποδεικτική λειτουργία .

          Όμως στις μηχανογραφημένες διοικητικές πράξεις τέτοιος κίνδυνος δεν εμφανίζεται, αφού για την έκδοση τους χρησιμοποιούνται έντυπα και μηχανικά μέσα που προσανατολίζονται σε συγκεκριμένα προγράμματα και αποκλείεται η πιθανότητα της παραποίησης του περιεχομένου της πράξης.

          Συνεπώς η ασφάλεια του δικαίου ικανοποιείται αν στην πράξη αναφερθεί ότι εκδόθηκε με τη βοήθεια του ηλεκτρονικού υπολογιστή και για την επέλευση των εννόμων συνεπειών δεν είναι απαραίτητη η υπογραφή του διοικητικού οργάνου.

          Επιπλέον δε ο διοικούμενος γνωρίζει ότι στη σύγχρονη δημόσια διοίκηση για ορθολογιστικούς λόγους είναι συχνή η προσφυγή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έτσι είναι αδύνατο να τις θεωρήσει ως αθέλητη δήλωση βουλήσεως του αρμοδίου υπαλλήλου ή ως σχέδιο απόφασης.

 

          Η εγγυητική λειτουργία

          Η εγγυητική λειτουργία[10] εγγυάται τη δυνατότητα απόδοσης της υπογεγραμμένης διοικητικής πράξης , σ’ ένα συγκεκριμένο υπάλληλο ο οποίος είναι αρμόδιος για την έκδοση της πράξης και αναλαμβάνει και την ευθύνη. Με άλλα λόγια αποτελεί εγγύηση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου για την έκδοση της πράξης.

          Βέβαια η έλλειψη της υπογραφής στις πράξεις που εκδίδονται με τη βοήθεια των Η/Υ, δεν γεννά αμφιβολία ούτε για την προέλευση της σχετικής πράξης ούτε για την ενσωματωμένη στην πράξη εξωτερίκευση της βούλησης του αρμοδίου διοικητικού οργάνου. Παρά ταύτα όσο συχνότερα η διοίκηση χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένη διαδικασία, ενόψει και της αρχής του Κράτους Δικαίου και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας , επειδή το ανθρώπινο στοιχείο αντικαθίσταται από μηχανή, είναι μεγαλύτερη η ανάγκη για τους διοικούμενους  , να προσδιορίσουν τους αρμόδιους για την έκδοση των πράξεων και να αναζητήσουν ευθύνες.

          Η εγγυητική λειτουργία μπορεί να καλυφθεί και παρά την έλλειψη υπογραφής. Αυτό γίνεται με την παράθεση του ονόματος του υπαλλήλου, που επεξεργάστηκε τα δεδομένα εισόδου και είναι αρμόδιος για τις αυτοματοποιημένες διοικητικές πράξεις. Είναι απαραίτητη λοιπόν η αναγραφή του ονόματος του διοικητικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, αφού η παράθεση του ονόματος είναι τεχνικά δυνατή. Γίνεται με μια άλλη εντολή στο πρόγραμμα που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.

          Συμπεραίνουμε ότι η μη καταχώριση του ονόματος του διοικητικού οργάνου αντιστρατεύεται την εγγυητική λειτουργία των τύπων της διοικητικής πράξης και τη σχέση διοίκησης – πολίτη . Εξ άλλου με την παράθεση του ονόματος στο σώμα της αυτοματοποιημένης διοικητικής πράξης ασκείται καλύτερα και ο ιεραρχικός έλεγχος και διευκολύνεται ο έλεγχος νομιμότητος.

          Και στην Γερμανία σήμερα με την παρ. 37 εδ. 3 του Κώδικα Διοικητικής διαδικασίας VwvfG αρκεί είτε η υπογραφή είτε η άλλη αναφορά της διοικητικής αρχής.

          Όμως η ρύθμιση της παρ. 37 εδ. 4 VwvfG  δεν θεωρεί αναγκαία την υπογραφή και την αναγραφή της διοικητικής αρχής στη μηχανογραφημένη διοικητική πράξη. Η βάση αυτής της εξαίρεσης ίσως είναι η μέσω των Η/Υ προφυλασσομένη αρχή της διοικητικής αποτελεσματικότητας ή πρακτικότητας.

 

 

          α1)  Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

          Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα της διακίνησης εγγραφής με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail)[11] .

          Η ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας είναι η πιο πολυχρησιμοποιημένη δυνατότητα που προσφέρει το διαδίκτυο. Η δυνατότητα αυτή χρησιμοποιείται και από τη Διοίκηση. Τίθεται λοιπόν το ζήτημα της διακίνησης εγγράφων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με ή χωρίς υπογραφή. Με το αρθρ. 14 παρ. 1 Ν. 2672/1998 ρυθμίζονται κάποια ζητήματα ψηφιακής υπογραφής[12] όσον αφορά στη διακίνηση εγγράφων μεταξύ των υπηρεσιών του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ η μεταξύ αυτών και των ενδιαφερομένων φυσικών προσώπων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι κατά το νόμο το σύστημα αποστολής και λήψης μηνυμάτων μέσω δικτύου, από και προς την ηλεκτρονική διεύθυνση των χρηστών.

          Μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου διακινούνται γνωμοδοτήσεις, ερωτήματα , αιτήσεις, απαντήσεις, εγκύκλιοι, οδηγίες, εκθέσεις, μελέτες, στατιστικά στοιχεία. Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θεωρητικά έχει περιέλθει στον λήπτη εφόσον υπάρχει σχετική ηλεκτρονική επιβεβαίωση. Όμως η αποστολή μηνύματος με ηλεκτρονικό υπολογιστή δε συνεπάγεται έναρξη των προθεσμιών άσκησης διοικητικών προσφυγών, ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων αρθρ. 14, παρ.7 ν. 2672/1998 . Επίσης σύμφωνα με το αρθρ. 14 παρ.2 του ν. 2672/1998 ως ψηφιακή υπογραφή νοείται η ψηφιακής μορφή υπογραφή σε δεδομένα ή συνημμένα σε δεδομένα η λογικά συσχετιζόμενα μ’ αυτά που χρησιμοποιούνται από τον υπογράφοντα ως ένδειξη αποδοχής του περιεχομένου των δεδομένων αυτών.

          Η ψηφιακή υπογραφή η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως υποκατάστατο της ιδιόχειρης υπογραφής δεν αποτελεί αποτύπωση της υπογραφής με ηλεκτρονικά μέσα, αλλά μια μέθοδος κρυπτογράφησης ενός ηλεκτρονικού κειμένου που πιστοποιεί την αυθεντικότητα , την ακεραιότητα και την προέλευσή του. Πιο συγκεκριμένα στο αρθρ. 14 παρ. 22 ν. 2672/1998 ορίζεται ότι η ψηφιακή υπογραφή επιφέρει τα αποτελέσματα της ιδιόχειρης υπογραφής, κατά την κείμενη νομοθεσία , καθώς και ότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φέρει ψηφιακή υπογραφή έχει την αποδεικτική ισχύ εγγράφου κατά τους ορισμούς του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και κάθε άλλης σχετικής διατάξεως.

          Με την οδηγία 1999/1993[13] ΕΚ και του Συμβουλίου θεσπίζεται ένα γενικό νομικό πλαίσιο για την ηλεκτρονική υπογραφή και για τις υπηρεσίες πιστοποίησης.

          Με την οδηγία επιδιώκεται η δημιουργία εναρμονισμένων κριτηρίων όσον αφορά τις έννομες συνέπειες των ηλεκτρονικών υπογράφων[14].

          Το πδ 150/2001 για τις ηλεκτρονικές υπογραφές που ενσωματώνει την ως άνω οδηγία περιλαμβάνει αντίστοιχα προβλέψεις αναφορικά με την ηλεκτρονική υπογραφή, τις έννομες συνέπειές της, τη διεθνή αναγνώρισή της, τη λειτουργία ευθύνης και εποπτεία των παροχών υπηρεσιών πιστοποίησης.

          Η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή που βασίζεται σε αναγνωρισμένο πιστοποιητικό, και δημιουργείται από ασφαλή διάταξη δημιουργίας υπογραφής, επέχει θέση ιδιόχειρης υπογραφής τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό δίκαιο. Όσον αφορά όμως την αποδεικτική ισχύ των ηλεκτρονικών υπογραφών αρθρ. 1 παρ.3 ορίζεται ρητώς ότι δεν θίγονται διατάξεις που επιβάλλουν ή αναιρούν την υποχρέωση τήρησης ορισμένου τύπου για τη σύνταξη δικαιωμάτων , ούτε διατάξεις για την αποδεικτική χρήση και δύναμη εγγράφων . Επίσης το πδ 342/2002 αναφέρεται στη διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονική υπογραφή μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών ΝΠΔΔ και ΟΤΑ ή μεταξύ αυτών και των φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Σύμφωνα με το ως άνω διάταγμα η διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονική υπογραφή χωρίς ψηφιακή υπογραφή επιτρέπεται και έχει ισχύ μεταξύ των υπηρεσιών του Δημοσίου αν δεν συνδέεται με την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ή με την άσκηση δικαιώματος.

          Όμως για την αναγνώριση της ψηφιακής υπογραφής ως υποκατάστατο της ιδιόχειρης , πρέπει να εξετασθεί εάν είναι δυνατόν η εξομοίωση τόσο από λειτουργικής όσο και από νομικής άποψης. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη η ψηφιακή υπογραφή δύναται να αναπληρώσει την ιδιόχειρη υπογραφή στις ηλεκτρονικές συναλλαγές και τούτο για τον λόγο ότι πληροί τις βασικές λειτουργίες που πληροί και η τελευταία ήτοι[15]:

          α) την αποδεικτική λειτουργία .Με το πιστοποιητικό αποδεικνύεται ότι η δήλωση βουλήσεως προέρχεται από τον υπογράφοντα.

          β) Την εγγυητική λειτουργία. Αυτός που αποστείλει ένα έγγραφο με την ψηφιακή του υπογραφή αναλαμβάνει την ευθύνη για τη γνησιότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου του εγγράφου.

         

γ. Αιτιολογία

          Η ανάγκη αιτιολογίας μιας πράξης δεν μπορεί να εκλείψει γιατί εκδίδεται από αυτόματες μηχανές. Πολλοί είχαν προβλέψει ότι η τεχνολογική εξέλιξη θα οδηγήσει στην αποδυνάμωση της αιτιολογίας των δυσμενών ατομικών διοικητικών πράξεων. Ο καθηγητής Θ. Παναγόπουλος[16] επισημαίνει «πράγματι η διείσδυσις των εν λόγω τεχνολογικών μέσων και εις τον χώρον της Διοικήσεως παραμερίζει τον ανθρώπινο παράγοντα , απλοποιεί το διοικητικόν έργον και θέτει εις πλείστας περιπτώσεις εκποδών την ανθρώπινην σκέψιν, προς την οποίαν συνυφαίνεται εις το έργον της Διοικήσεως, η υποχρέωσις προς αιτιολογίαν… ουχ ήτον και η έκδοσις διοικητικής πράξεως μέσω computers  δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αποκλεισμόν της αιτιολογίας η οποία δυνατόν να παρέχεται δ’ ειδικών συνθηματικών συμβόλων».

          Όπου απαιτείται από το νόμο ή τη φύση της πράξης η αιτιολογία πρέπει να είναι και στις μηχανογραφημένες πράξεις πλήρης και σαφής.

          Επίσης το αρθρ. 17 Κώδικα Διοικητικής διαδικασίας απαιτεί η αιτιολογία να είναι επίκαιρη, σαφής και ειδική. Η σαφήνεια δεν είναι ασυμβίβαστη με τη χρήση συμβόλων, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδέκτες μπορούν να αντιληφθούν χωρίς ειδικές γνώσεις .

          Προσέτι η αιτιολογία και για τις αυτοματοποιημένες πράξεις πρέπει να είναι στο ίδιο σώμα της πράξης[17] «μη αρκούσης της παραπομπής , όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία εις έτερα έγγραφα και λογιστικούς μηχανογραφικούς ή άλλους υπολογισμούς προερχομένους από έτερα όργανα του αυτού ή άλλου ασφαλιστικού φορέως των οποίων και το περιεχόμενο δυσνόητον συνήθως τυγχάνει και η έκταση εις ην ελήφθησαν τυχόν υπ’ όψιν υπό του τελικώς αποφασίζοντος οργάνου δεν είναι πάντα αμφίβολος»[18]. Επομένως η μη παράθεση της αιτιολογίας στο σώμα της πράξης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου και η πράξη μπορεί να ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

          Μπορεί όμως να ισχυρισθεί κάποιος ότι η σύγχρονη τεχνολογία εγγυάται την ασφάλεια και την τελειότητα σε σχέση με τους ανθρώπους[19]. Το γεγονός όμως αυτό δεν μειώνει την ανάγκη αιτιολογίας . Διότι η αιτιολογία δεν έχει σκοπό να πείσει ότι η επεξεργασία των δεδομένων ήταν μαθηματικά ορθή. Αλλά με την αιτιολογία γίνονται γνωστά στο διοικούμενο στοιχεία όπως είναι, ο κανόνας δικαίου στον οποίο στηρίχθηκε η διοικητική πράξη , τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικές καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται η πράξη ως επίσης και οι σκέψεις με τις οποίες συντελείται η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

          Η αιτιολογία αποτελεί μέσον προς πραγμάτωση της αξιώσεως παροχής εννόμου προστασίας με την αποκάλυψη των ως άνω στοιχείων στο διοικούμενο . Με άλλα λόγια ο διοικούμενος μέσω της αιτιολογίας θα γνωρίσει που στηρίχθηκε η διοίκηση για να εκδώσει την πράξη, ώστε να μπορέσει να αντλήσει επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου, αν ζητήσει την ακύρωση της πράξης.

          Επίσης η διοίκηση μέσω της αιτιολογίας των δυσμενών ατομικών διοικητικών πράξεων αποδεικνύει την προσήλωσή της στην αρχή της νομιμότητας αλλά και στο σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου αρθρ. 2 εδ.1 του Συντ/τος[20].

          Με τα δικαιώματα τα οποία παρέχει στους πολίτες η συνταγματική αυτή διάταξη, οι διοικούμενοι δεν είναι απλά αντικείμενα της διοικητικής διαδικασίας αλλά τουναντίον συμμετέχουν με δικαιώματα και υποχρεώσεις σ’ αυτή[21].

          Ο Τ. Μαρίνος[22] αναφέρει «αν λοιπόν πάψουμε να αξιώνουμε παράθεση αιτιολογίας αν δηλ. μέσα στο ψυχρό τεχνολογικό περιβάλλον στο οποίο θα ζούμε σε λίγα χρόνια, πάψουμε να αναζητούμε και το τελευταίο αυτό στοιχείο που μας θυμίζει ότι όλη η διαδικασία εκδόσεως της διοικητικής πράξης ξεκίνησε από την πρωτοβουλία κάποιου ανθρώπου, τότε δεν είμαι αισιόδοξος ως προς την μορφή που θα πάρει τελικά η διοίκηση και ως προς τις νέες τάσεις τις οποίες θα αναπτύξει και τη συμπεριφορά που θα επιδείξει απέναντι στον διοικούμενο».

          Η υποκατάσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στη μη τήρηση των διατάξεων που επηρεάζουν τα ουσιώδη στοιχεία του κύρους της διοικητικής πράξης και εκπληρώνουν μια εξισορροπητική λειτουργία απέναντι στη διοικητική κυριαρχία και διασφαλίζουν το κράτος δικαίου και το δικαστικό έλεγχο.

          Ο Γερμανικός Κώδικας διοικητικής διαδικασίας VwvfG στην παρ. 39 (2) Nr 3 προβλέπει ρητά εξαιρέσεις από την υποχρέωση αιτιολογίας, προσθέτοντας την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η αιτιολογία δεν επιβάλλεται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.

          δ) Η γνωστοποίηση των αυτοματοποιημένων διοικητικών πράξεων.

          Το κράτος δικαίου και ιδιαίτερα οι αρχές της βεβαιότητας του δικαίου και της χρηστής διοίκησης επιβάλλουν για την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ηλεκτρονικά διαβιβαζομένης πράξης την γνωστοποίηση[23].

          Η γνωστοποίηση γίνεται είτε με τη δημοσίευση είτε με την κοινοποίηση. Η δημοσίευση γίνεται κατά κανόνα στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά και με τον ημερήσιο τύπο[24].

          Κοινοποίηση είναι η ατομική γνωστοποίηση του κειμένου της διοικητικής πράξης[25].

          Ο Κώδικας διοικητικής διαδικασίας αρθρ. 18 και 19 αναφέρεται στη δημοσίευση και την κοινοποίηση της διοικητικής πράξης.

          Η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να κοινοποιείται για να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της σύμφωνα με τη θεωρία της παραλαβής, η οποία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί από τη λήψη δηλ. από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να λάβει γνώση της πράξης. Το ίδιο ισχύει και για τις πράξεις που διαβιβάζονται με την τηλεματική. Το πρόβλημα όμως είναι αν ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου της πράξης. Διότι η ηλεκτρονική μεταβίβαση της πράξης που καταλήγει στον Η/Υ του αποδέκτη, δεν σημαίνει ότι έλαβε και γνώση της πράξης.

          Για το σκοπό αυτό αναπτύχθηκαν μέθοδοι, κρυπτογράφησης που εξασφαλίζουν την ασφαλή μεταφορά των δεδομένων.

          Η διοίκηση χρησιμοποιεί τα ασύμμετρα κλειδιά κρυπτογράφησης[26]. Ο αποδέκτης χρησιμοποιεί το δημόσιο κλειδί για την αποκρυπτογράφηση , αδυνατεί όμως να το μεταφέρει το κείμενο σε κωδικοποιημένη μορφή, επειδή μόνο η διοίκηση έχει το μυστικό κώδικα.

          Πάντως η απόλυτη διασφάλιση της γνωστοποίησης είναι η επίδοση της πράξης με το κλασσικό τρόπο και ιδίως όταν πρόκειται για δυσμενή ατομική πράξη.

 

          ε. Λάθη κατά τη σύνταξη και αποστολή

          Στο ιδιωτικό δίκαιο αν συμβεί σφάλμα κατά τη διαδικασία διατύπωσης της δηλώσεως βουλήσεως θα πρέπει να χαρακτηρισθεί ως δήλωση εκ παραδρομής και θα ακυρωθεί λόγω πλάνης. Αν δηλ. ο χειριστής χειρισθεί λανθασμένα τις συσκευές, το κείμενο που θα προκύψει θα είναι ελαττωματικό[27].

          Για την κάλυψη της ζημίας του αποδέκτου ενός κειμένου , υπεύθυνα πρέπει να είναι τα πρόσωπα στον κύκλο καθηκόντων των οποίων ανήκει και η αξιόπιστη λειτουργία του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού συστήματος.

          Στο χώρο όμως του Δημοσίου Δικαίου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις περί πλάνης. Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας δημιουργεί διαρκώς νέες πηγές κινδύνων για τους διοικουμένους , και συνακόλουθα πολλαπλασιάζει τις περιπτώσεις αστικής ευθύνης του κράτους.

          Αν κατά τη διαδικασία έκδοσης της αυτοματοποιημένης διοικητικής πράξης προκύψουν λάθη ή ελαττώματα τα οποία συνεπάγονται την ακυρότητα ή την παρανομία της διοικητικής πράξης, τίθεται πρόβλημα ευθύνης πχ εκδοθεί διοικητική πράξη με ελάττωμα όσον αφορά το περιεχόμενο. Αν υπολογισθεί λάθος η καταβολή φόρου εισοδήματος αντί για 1000 ευρώ σε 10.000 ευρώ . Η ευθύνη από τον Η/Υ πρέπει να εξομοιώνεται με τη ζημία που προκαλούν τα όργανα του κράτους[28]. Η πράξη ή η παράλειψη δεν χρειάζεται να προέρχεται από όργανο του κράτους, αλλά αρκεί να έγκειται στην ελαττωματική λειτουργία ή μη λειτουργία του Η/Υ. Διότι αυτοί αντικαθιστούν τη λειτουργία των διοικητικών οργάνων για τα οποία ευθύνεται το κράτος.

          Συνεπώς η ευθύνη του κράτους προς αποζημίωση για παράνομη συμπεριφορά των χειριστών του Η/Υ πρέπει να κριθεί κατά το άρθρο 105-106 Εισ. Ν. ΑΚ, ανεξάρτητα από το αν η ζημία προκαλείται από υπάλληλο ή αυτόματη μηχανή. Έτσι, η παράνομη και ζημιογόνος χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών είτε από όργανα του Δημοσίου (πχ συστήματα μηχανογράφησης και πληροφορικής) είτε από ιδιώτες (διαδίκτυο) με πλημμελή άσκηση της εποπτικής λειτουργίας του Δημοσίου, θέτουν σ’ εφαρμογή τον θεσμό της αστικής ευθύνης. Και τούτο συνιστά συνέπεια της ολοκλήρωσης του κράτους δικαίου με την έννοια της επιείκειας  προς τον οικονομικά ασθενέστερο δηλ. τον ζημιωθέντα διοικούμενο. Η ευθύνη του κράτους είναι αντικειμενική και συνεπώς λειτουργεί υπέρ της προστασίας του ζημιωθέντος και δεν εξαρτάται από δόλο ή αμέλεια του οργάνου που προκαλεί τη ζημία[29].

          Και ο Γερμανικός νόμος (Staatshaftungsgesetz) περί αστικής ευθύνης του κράτους του 1980 εξομοιώνει τη ζημία που προκαλούν πρόσωπα με εκείνη που προξενούν «τεχνικές εγκαταστάσεις»[30].

         

          ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

          Τα τελευταία χρόνια η ανθρωπότητα βρίσκεται ενώπιον μιας τεχνολογικής επανάστασης, η οποία οφείλεται κατά μεγάλο ποσοστό στις νέες επαναστατικές μεθόδους αναζήτησης, αποθήκευσης , ανάκτησης και μετάδοσης πληροφοριών.

          Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να μας βοηθήσουν να δημιουργήσουμε μια κοινωνία βασισμένη σε διαφάνεια και στη δημοκρατία , στην οικονομική ανάπτυξη . Μια κοινωνία βασισμένη σε όλους και για όλους. Η νομική επιστήμη έχει αναμφίβολα να παίξει πρωτεύοντα ρόλο, ωστόσο εξ αιτίας της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας κάθε νόμος είναι εξ ορισμού προσωρινός και υπάρχει διαρκής ανάγκη εκσυγχρονισμού του.

          Η ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση του Διαδικτύου στη ζωή μας αυξάνει και την ανάγκη ηλεκτρονικής συναλλαγής με το Δημόσιο. Ωστόσο , παρά το γεγονός ότι η νομοθεσία στηρίζει τις νομικές συναλλαγές με το δημόσιο, μετά από σχετική έρευνα που έγινε τελευταία στην Ελλάδα, διαπιστώθηκε ότι μόνο το 8% του γενικού πληθυσμού καταλήγει να συναλλάσσεται μέσω internet  με τις δημόσιες υπηρεσίες, κατέχοντας το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων μας. Αυξημένη όμως φαίνεται να είναι μεταξύ των επιχειρήσεων, η ζήτηση για ηλεκτρονικές συναλλαγές με τον δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία περίπου το 77% των ελληνικών επιχειρήσεων με πάνω από δέκα υπαλλήλους συναλλάσσεται ή έχει αποπειραθεί να συναλλαγεί με το Δημόσιο μέσω Διαδικτύου.

          Τουναντίον η ζήτηση για διαδικτυακές υπηρεσίες τόσο από τον πολίτη όσο και από τις επιχειρήσεις είναι αυξημένες στην Ελλάδα.


[1] Διαδίκτυο είναι το μεγαλύτερο σύστημα υπολογιστών στον κόσμο. Ονομάζεται και net (Δίκτυο) ή Cyber-space  (κυβερνοχώρος). Αποτελείται από χιλιάδες συνδεδεμένα μεταξύ τους δίκτυα σε όλον τον κόσμο. Για τα δίκτυα αυτά είναι υπεύθυνοι αυτοί που τα διαχειρίζονται , π.χ. κυβέρνηση, εταιρείες και οργανισμοί. Η επικοινωνία επιτυγχάνεται με το σύστημα της αριθμοδότησης. Κάθε Η/Υ εφοδιάζεται με έναν κωδικό , έναν αριθμό ταυτότητας . Όταν λοιπόν ο χρήστης κάποιου υπολογιστή επιθυμεί να συνδεθεί με κάποιον άλλο υπολογιστή  στο διαδίκτυο, θέτει σε λειτουργία το Modem με το οποίο έχει συνδέσει τη συσκευή του. Βλ. Ι. Καράκωστας, Δίκαιο και internet , 2003, σελ. 3, Σιδηρόπουλος, το Δίκαιο του διαδικτύου, 2003, Α. ΄Ανθιμος, ψηψιακή τεχνολογία και δίκαιο, 2005, σελ. 49.

[2] Απ. Γέροντας, Οι μηχανογραφημένες διοικητικές πράξεις, Διοικ. Δίκη 1989, σελ. 173. Maurer, Allgemeines Verwaltungsrecht, 1983, σελ. 349, Πρ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 2004, σελ. 26.

[3] Απ. Γέροντας, ενθ. ανωτ., σελ. 176. Π. Λαζαράτος Νομική φύση και τύπος των αυτοματοποιημένων διοικητικών πράξεων, ΤΟΣ 1990, σελ. 198. Πρ. Δαγτόγλου, ενθ. ανωτ. σελ. 26. Τ. Μαρίνος, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το δίκαιο, σελ. 33. Κ. Χριστοδούλου, Ηλεκτρονικά έγγραφα και ηλεκτρονική δικαιοπραξία, 2001, σελ. 244. P. Badura ,in : Erichsen /Martens, Allgemeines Verwaltungsrecht, 1988, σελ. 417.

[4] Ι. Καράκωστας, Δίκαιο και internet, 2003, σελ. 191. Π. Κουσούλη , Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, σελ. 138.

[5] Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 2001, σελ. 105. Πρ. Δαγτόγλου, σελ. 282. Α. Γέροντα, ενθ. ανωτ., σελ. 180.

[6] Απ. Γέροντα, ενθ. ανωτ., σελ. 276. Πρ. Δαγτόγλου, ενθ. ανωτ., σελ. 28.

[7] Πρ. Δαγτόγλου, ενθ. ανωτ., σελ. 27.

[8] Π. Λαζαράτος, ενθ. ανωτ., σελ. 208.

[9] Απ. Γέροντας σελ. 182. ΣτΕ 194/1944 , 517/45 , 22/1956, Π. Λαζαράτος σελ. 208, 209, Kopp , Verwaltungsverfahrensgesez, 1986, περ. 37.

[10] Π. Λαζαράτος , ενθ. ανωτ., σελ. 209, 210. Α. Γέροντας, ενθ. ανωτ.,  σελ. 182, Τ. Μαρίνος σελ. 201 ηλεκτρονικοί υπολογιστές και το δίκαιο, 1980, σελ. 35. E. Forsthoff, Lebrbuch des Verwaltungsrechts, 1973, σελ. 218.

[11] Ι. Καράκωστας , Δίκαιο και internet  , 2003, σελ.. 8. Πρ. Δαγτόγλου, ενθ. ανωτ., σελ. 27. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι ένας γρήγορος τρόπος αποστολής μηνυμάτων, καθώς το μήνυμα μπορεί να φτάσει σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου σε λίγα λεπτά μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου . Είναι δυνατόν να αποστέλλεται ακριβές αντίγραφο ενός μηνύματος σε άλλον παραλήπτη.

[12] Το πρώτο νομοθετικό κείμενο που ψήφισε την ψηφιακή υπογραφή βασισμένη στη μέθοδο των ασύμμετρων αλγόριθμων είναι ο νόμος περί ψηφιακής υπογραφής της πολιτείας Γιούτα των ΗΠΑ , που ισχύει από το 1995. Ι. Ιγγλεζάκης, Οι νομικές ρυθμίσεις για τις ψηφιακές υπογραφές . Η οδηγία 1999/93 ΕΚ και οι εθνικές νομοθεσίες. Επισκ. ΕΔΓ/2000 , σελ. 619. Δ. Μανιώτης, Η ψηφιακή υπογραφή ως μέσο διαπιστώσεως της γνησιότητος των εγγράφων . Η Γερμανία ήταν το πρώτο κράτος που ψήφισε το 1997 νόμο περί ψηφιακής υπογραφής. (Signaturgesetz). Βλ. Engel- Flechsing /Maenne/Teltenborn, Das neue informations –und kommunikationsdienste- Gesetz, NJW, 1999, σελ. 2981. Geis , Die adigitale signatur, NJW 1997, σελ. 3000, 3002, αναφέρεται στον γερμανικό νόμο περί ψηφιακής υπογραφής και διαπιστώνει ότι ο νόμος αυτός ρυθμίζει την ψηφιακή υπογραφή ως ένα τεχνικό πρότυπο ασφαλείας δεδομένων, δεν εξομοιώνει την ψηφιακή υπογραφή με την ιδιόχειρη ούτε και εξομοιώνει το έγγραφο με το ιδιωτικό έγγραφο. Δεν επιφέρει αστικού δικαίου συνέπειες . 

[13] Με την ψήφιση της οδηγίας αυτής θεσπίζεται ένα κοινοτικό πλαίσιο. Οι διατάξεις της οδηγίας βρίσκουν εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Ρητά ορίζει η οδηγία ότι οι ηλεκτρονικές υπογραφές θα χρησιμοποιούνται και στον δημόσιο τομέα για τις δημόσιες συμβάσεις, τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση την υγεία και την απονομή της δικαιοσύνης . Η οδηγία στόχο έχει να διευκολύνει τη χρήση των ηλεκτρονικών υπογραφών. Δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών κανόνων που αφορούν το ενοχικό δίκαιο και ιδίως την κατάρτιση και εκτέλεση συμβάσεων.

[14] Σύμφωνα με το αρθρ. 5 τα κράτη μέλη οφείλουν να εξισώσουν την ηλεκτρονική υπογραφή με την ιδιόχειρη και να την κάνουν δεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο σε νομικές διαδικασίες. Τα κράτη – μέλη δεν πρέπει να απορρίπτουν τη νομική ισχύ και το παραδεκτό μιας ηλεκτρονικής υπογραφής ως αποδεικτικού