![]() ![]() |
6 Dec 2002, 13:31
Post
#1
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Άμ? έπος, άμ? έργον!
Φιλοδοξία ευγενής, όσο και υψιπετής αυτής της νέας σειράς άρθρων είναι η κριτική εξέταση ενός εκάστου των κεφαλαίων του αγαπητού μας Ποινικού Κώδικα επί σκοπώ κοπτορραπτικής επί τα βελτίω μεταμορφώσεως. Θα αποπειραθώ να υποδυθώ τον αόρατο πλην παντοδύναμο Νομοθέτη, ζηλώσας χωράφειον δόξα, υποβάλλοντας παράλληλα την καινοτόμο πρόταση σύστασης μίας greeklaws Αναθεωρητικής του Κώδικα Επιτροπής, η οποία θα ετοιμάσει και θα υποβάλει σταδιακά στην κρίση του φιλοθεάμονος αιμοδιψούς κοινού των συναδέλφων το Σχέδιο ενός νέου Κώδικα (ή τουλάχιστον μερικών κεφαλαίων του). Έχων συναίσθηση της ιστορικότητας της στιγμής, Επικαλούμενος την κατ? άρ. 16 Σ επιστημονική ελευθερία, Απευθυνόμενος στο αίσθημα επιεικείας των ποινικών μου συνοδοιπόρων, Καλώντας ως αρωγούς στο θεάρεστο αυτό έργο τους βουλομένους, πλην όχι βουλωμένους, Αρχίζωωωωωωωωωωω Αντικείμενο της πρώτης μου ενασχόλησης θα αποτελέσει το δύσμοιρο ΚΑ΄ Κεφάλαιο (εγκλήματα κατά της τιμής). Η πολεμική μου αφορμάται από την σκέψη του Ποινικού Δικαίου ως εσχάτης καταφυγής του νομοθέτη. Δεν θα μακρηγορήσω κατατριβόμενος με γνωστά πράγματα? αρκούμαι στην παρατήρηση ότι η αρχή του ultimum refugium δεν είναι κοινή και κενή ωραιολογία. Αντιθέτως, αποτελεί ευθεία και συγκεκριμένη συνταγματική επιταγή, εξειδίκευση της αρχής της αναλογικότητας και παλλάδιο του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (ά. 5§1 Σ). Ο νομοθέτης που την παραβιάζει δεν είναι απλώς κακότεχνος, είναι αντισυνταγματικός. Επομένως: minima non potest praetor curare! Της μείζονος προτάσεως καταστρωθείσης, ας δούμε ποιες πρακτικές συνέπειες ενδέχεται να προκύπτουν. Το πρώτο μου θύμα θα είναι η εξύβριση. Πράγματι, πρόκειται για διάταξη ολωσδιόλου περιττή, καθώς επί απλών προσβολών της τιμής αρκεί περίφημα η παρεχόμενη από το Αστικό Δίκαιο αδικοπρακτική ευθύνη. Αλλά και η εγκληματική ουσία της εξύβρισης είναι κάθε άλλο παρά αναντίλεκτη, καθώς δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί εγκληματικό κάτι που όλοι κάνουν, άρα δεν υπάρχει κοινή περί του εγκληματικού της χαρακτήρα συνείδηση. Κοντά σε αυτά ας προστεθεί ασθμαίνον και το επιχείρημα της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων από πολιτικώς ενάγοντες που καταφεύγουν στον δικαστή κλαψουρίζοντας «κύριε, κύριε, μού έκανε χειρονομία», ωσάν να βρισκόμαστε στην Ε΄ Δημοτικού. Μία εξύβριση είναι μεν κάτι κακό, έγκλημα όμως σε καμμία περίπτωση. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την απρόκλητη εξύβριση, η οποία έχει καλώς, εκτός του ότι είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενη. Για την αναγκαιότητα της κατ' έγκλησιν δίωξης όλων των προσβαλλόντων αποκλειστικά ατομικά έννομα αγαθά εγκλημάτων, όρα εκτενέστερες αναπτύξεις στο ειδικό θέμα. Μετά την διαγραφή της εξύβρισης, και το δίκαιο της δυσφήμησης χρήζει κάποιου περιορισμού. Δεν πρόκειται βέβαια για ψευδεγκλήματα, καθώς η κοινωνική τιμή και υπόληψη ασφαλώς και είναι σπουδαίο έννομο αγαθό. Δεν είναι όμως το μόνο. Ο προβληματισμός μου δημιουργείται από την τριβή των διατάξεων αυτών με το ά. 14 Σ. Δεδομένου ότι η σχέση προστασίας της τιμής και η ελευθερία έκφρασης γνώμης τελούν σε σχέση μηδενικού αθροίσματος, ερωτάται μήπως υπό το κράτος ενός τόσο φιλελεύθερου σε ζητήματα έκφρασης των στοχασμών Συντάγματος όσο το Σ-1975/86/01 η εκτενής προστασία της τιμής δεν εναρμονίζεται επαρκώς με το πνεύμα του. Η πικρόχολη πολεμική, η προσωπική επίθεση, η επιτηδευμένη οξύτητα, η υπερβολή, η φίλερις διάθεση δεν είναι απαραιτήτως ελαττώματα. Έν τινι μέτρω τροφοδοτούν την αντιπαράθεση, την ανταλλαγή ιδεών, τον διάλογο (ναι, τον διάλογο!). Και δεν δύναμαι να αποκρύψω από τους διαδικτυακούς μου συγκυματοδρόμους ότι θεωρώ πώς αποτελούν βαθιά ελληνικά χαρακτηριστικά, πότε προς το καλύτερο, πότε όχι. Πώς μπορούν να κριθούν με τα φαρισαϊκά μέτρα των ΠΚ 362-363 η Σκύθισσα γιαγιά του Δημοσθένους, ο βυρσοδέψης Κλέων, ο μηδισμός του Παυσανία; Ποιο δικαστήριο μπορεί να εκφέρει τέτοιες κρίσεις; Δεν εννοώ ότι η πολιτική εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου ή απολαύει της οιασδήποτε ασυλίας. Εννοώ ότι η αστική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επαρκεί. Πρακτικά τώρα, προτείνω τα εξής: α) μετατροπή της δυνητικής διακινδύνευσης της ΠΚ 362 σε συγκεκριμένη. Ο δυνητικά επικίνδυνος για την τιμή ισχυρισμός που in concreto δεν απέδωσε τα αναμενόμενα για τον δράστη θα τιμωρείται έτσι ως απόπειρα, β) διαγραφή της υπαλλαγής τέλεσης της διάδοσης, διότι εκείνος που διαδίδει, χωρίς να ισχυρίζεται κιόλας, απλώς αναμεταδίδει ισχυρισμούς τρίτων. Το μέσον δεν επιτρέπεται να είναι άξιο της ίδιας τιμωρίας με τον πομπό, γ) το γεγονός θα πρέπει να αποτελεί έγκλημα, διότι είναι αντινομικό να μην τιμωρείται η πράξη, αλλά ο ισχυρισμός περί τελέσεως της πράξεως, έστω και ψευδής. Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν θα υπάγονται στην νέα διάταξη εφαρμόζονται τα περί αδικοπραξιών του ΑΚ. Δύο λόγια μόνο για τις ΠΚ 366επ.: Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος θα πρέπει να επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση. Ο καθ' ου προστατεύεται επαρκώς από τις περί αποδεικτικών απαγορεύσεων διατάξεις. Η ΠΚ 366§2 περί αναστολής της δίκης ανήκει συστηματικά στην ΚΠΔ 44. Η έκφραση του νόμου «όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης» είναι εξόχως προβληματική, διότι αφενός ως προς την ουσία- ανάγεται σε φρονηματικά στοιχεία για τον κολασμό, αφετέρου ?ως προς την διατύπωση- όζει dolus malus. Τέλος, η θέση της ΠΚ 369 είναι εντός ή μετά την ΠΚ 68. Στο επόμενο: ο μανιακός δολοφόνος του Κώδικα ξαναχτυπά! Κεφάλαιο ΚΒ΄: Παραβίαση απορρήτων; Τι είναι αυτό, τρώγεται; Μην το χάσετε, θα χάσετε! -------------------- |
|
|
|
21 May 2003, 13:22
Post
#2
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Κεφάλαιο ΚΒ΄ περί απορρήτων: τα εν οίκω μη εν δήμω!
Δεδηλωμένος σκοπός του κεφαλαίου είναι η προστασία της σφαίρας του απορρήτου, μίας όψης δηλαδή της ιδιωτικότητας. Πρόκειται για ένα προδήλως ατομικό έννομο αγαθό, συνιστάμενο στην ασφαλή ανταπόκριση μεταξύ των κοινωνών, με άλλα λόγια στην ακεραιότητα και μυστικότητα του μηνύματος. Είναι πάντως έκδηλη η αγχώδης προσπάθεια του νομοθέτη να προστατεύσει το έννομο αγαθό πανταχόθεν, πράγμα το οποίο αφεύκτως οδηγεί σε μάλλον αχανή εγκληματοποίηση. Την ομοιομορφία του κεφαλαίου διασπά, ή μάλλον ανατρέπει, η ΠΚ 370Γ, η οποία δεν αποτελεί παρά μορφή προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας και διά τούτο δεν πρόκειται να με απασχολήσει στην κατωτέρω ανάπτυξη. Κατ’ αρχάς, η ιδιωτικότητα του αντικειμένου προστασίας των διατάξεων έχει ως συνέπεια όλες οι προσβολές του να επιβάλλεται να διώκονται αποκλειστικά κατ’ έγκλησιν για τους λόγους που έχω εκθέσει αλλού. Ο νομοθέτης πράγματι ακολουθεί αρκετά πιστά αυτήν την αρχή (βλ. ΠΚ 370 §2, 370Β §4, 370Γ §4, 371 §3). Το κεφάλαιο διήκει μία εσωτερική διάκριση μεταξύ stricto sensu ιδιωτικών απορρήτων (ΠΚ 370, 370Α, 370Β) και οιονεί δημοσίων τοιούτων (ΠΚ 371: παραβίαση επαγγελματικής εχεμυθείας). Τα πρώτα πάλι διακρίνονται κατ’ ουσίαν σε γραπτά, προφορικά και ηλεκτρονικά αντιστοίχως, έστω και εάν οι τίτλοι των διατάξεων πολυλογούν ή ανακριβολογούν. Ως προς την παραβίαση του γραπτού απορρήτου: Το έγκλημα είναι κοινό, καθώς για τους ταχυδρομικούς εφαρμόζεται η αυστηρότερη ΠΚ 248. Ως προς την έννοια του απορρήτου, είναι εμφανές ότι ο νόμος εκκινεί από υποκειμενική αφετηρία και ορθώς: απόρρητο είναι ό,τι ορίσει ως τέτοιο η βούληση κάποιου κατά την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του (πρβλ. και τον οιονεί ορισμό της ΠΚ 370Β §1 εδ. β΄). Το άρθρο στην πραγματικότητα δεν αφορά μόνο επιστολές, αλλά οποιοδήποτε γραπτό απόρρητο, πράγμα που διευρύνει κατά πολύ τα όρια του αξιοποίνου. Σε αυτό συντελεί και η πρόθεση του νομοθέτη να τιμωρεί ως τετελεσμένη προσβολή του απορρήτου μία σειρά πράξεων, ακόμη και εάν ο δράστης δεν έλαβε τελικά γνώση του περιεχομένου του εγγράφου. Όλα αυτά όμως είναι σαφώς υπερβολικά. Ο ζηλόφθονος σύζυγος που παραβιάζει το κλειδωμένο συρτάρι, όπου γνωρίζει ότι η σύζυγός του φυλάει το «αγαπητό της ημερολόγιο» δεν παραβιάζει (ακόμη τουλάχιστον) κανένα απόρρητο. Η ορθή λύση είναι η μεταλλαγή του εγκλήματος από σκοπού σε έγκλημα συμπεριφοράς: «όποιος λαμβάνει γνώση κλειστής επιστολής ή άλλου απορρήτου εγγράφου κ.λπ.» (ο όρος «αθέμιτα» της διάταξης περιττεύει, διότι δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την απουσία κάποιου λόγου άρσεως του αδίκου). Με τον τρόπο αυτό απλουστεύεται η περίπλοκη διατύπωση της διάταξης και περιορίζεται το αξιόποινο στις περιπτώσεις βλάβης του εννόμου αγαθού και όχι απλώς σκοπού βλάβης του. Ο ζηλόφθονος σύζυγος μπορεί πάντοτε να τιμωρηθεί επί αποπείρα, εκτός βέβαια και εάν οι υποψίες του επαληθευθούν, οπότε συντρέχει αποδεικτική κατάσταση ανάγκης για την δίκη του διαζυγίου, εάν δεν απατώμαι… Ως προς την παραβίαση του προφορικού απορρήτου: Η νεόκοπη αυτή διάταξη (μετά και την πιο πρόσφατη επί το αυστηρότερον τροποποίησή της με τον Ν. 3090/02) είναι σαφώς προβληματικώτερη της αναλυθείσης. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η διάταξη του άρ. 2 (ιδίως του εδ. β΄) του άρθρου, από την οποία και θα αρχίσω. Διερωτάται κανείς τι άξιο προστασίας υπάρχει στην προφορική συνομιλία, η οποία δεν είναι απόρρητη, έστω και εάν δεν διεξάγεται δημόσια. Αν και αληθεύει απολύτως ότι η αποτύπωσή της μεταβάλλει την ποιότητα της επικοινωνίας, καθώς το πτερόεν έπος μετατρέπεται σε scriptum manens, η ακριβής, ανταποκρινόμενη στην παραγματικότητα καταγραφή έχει τόση απαξία, όση και η ζωγραφική αναπαράσταση ενός ατόμου σε σύγκριση με την οπτική μόνο αποτύπωσή του στην μνήμη. Η μετουσίωση του παροδικού σε αιώνιο ενδέχεται πράγματι να είναι κακόβουλη, αγενής, ύπουλη, υφαρπαχθείσα. Εφόσον όμως είναι αληθής, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε κάποιος να παραπονείται. Αν σε μία στιγμή οργής ή απερισκεψίας ελέχθη «θα της ρίξω βιτριόλι της κακούργας!» και αυτό παρ’ ελπίδα συμβεί, είναι απλώς θέμα αποδεικτικό ποιος είναι ο δράστης. Τα λεχθέντα άλλωστε, ακριβώς επειδή δεν είναι απόρρητα, μπορούν να αποδειχθούν και με οιονδήποτε άλλο τρόπο, π.χ. με μάρτυρες. Εάν πάλι κάποιος ομολογήσει απερίσκεπτα κάποιο έγκλημά του, ασφαλώς και δεν δικαιούται να οχυρωθεί πίσω από την παροδικότητα του προφορικού λόγου για να αποφύγει την δίκαιη τιμωρία. Επαναλαμβάνω: δεν πρόκειται εδώ για παραβίαση της ιδιωτικότητας ή κάποιας σφαίρας erga omnes απορρήτου, οπότε δεν τίθεται κανένα απολύτως δικαιοκρατικό δίλημμα. Η περίπτωση δεν είναι συγκρίσιμη με την έρευνα στην κατοικία π.χ. ή την παρακολούθηση με εικονολήπτες, αλλά με την κοινή και εξόχως νεοελληνοπρεπή ωτακουστία! Έστω και το εξής παράδειγμα: ο Α, γνώστης της υπό συζήτηση απαγόρευσης, την παρακάμπτει προσκαλώντας ένα συμβολαιογράφο, ο οποίος καθισμένος στο διπλανό δωμάτιο συντάσσει έκθεση αυτηκοϊας όσων διαδραματίζονται δίπλα του, η οποία έκθεση ως γνωστόν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αποδεικνύον έναντι πάντων (σε αντίθεση με την μαγνητοταινία, η οποία θα αποτελούσε ιδιωτικό έγγραφο. Ο νόμος τιμωρεί το έλασσον και αδιαφορεί για το μείζον!). Ο συμβολαιογράφος φυσικά δεν ευθύνεται, διότι δεν χρησιμοποιεί «ειδικά τεχνικά μέσα» ούτε κανένα από τα γοργόνεια της τεχνολογίας που αναφέρει η ΠΚ 370Α. Ο ευρών την απαξιολογική διαφορά του περιγραφέντος επεισοδίου από την τυποποιούμενη στον νόμο συμπεριφορά αμειφθήσεται. Τα άρ. 1-2 της ΠΚ 370Α, με την γνωστή φλύαρη νομοτεχνική, προσωθεί την εγκληματοποίηση σε υπερβολικά πρόωρο στάδιο. Για την προστασία του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων θα αρκούσε να τιμωρείται όποιος λαμβάνει γνώση του περιεχομένου τους με την χρήση τεχνικών μέσων, καθώς οι υπόλοιπες περιγραφόμενες πράξεις θα τιμωρούντο ούτως ή άλλως σε βαθμό απόπειρας. Σημειωτέον ότι η διάταξη είναι ήδη παρωχημένη τεχνολογικά, διότι δεν καλύπτει την μέσω διαταχυδρομείου ανταπόκριση. Η ορθότερη διατύπωσή της θα ήταν λοιπόν περίπου η εξής: «όποιος διά τεχνικών μέσων λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της προφορικής τηλεανταποκρίσεως τρίτων, τιμωρείται…». Υποθέτω ότι το πρόθεμα τήλε- αρκεί για να καταδείξει ότι απαιτείται τεχνολογική υποβοήθηση της επικοινωνίας των τρίτων, ενώ το «διά τεχνικών μέσων» έχει τεθεί για να εξασφαλίσει ότι παραμένουν νομοταγείς πολίτες οι συμπαθείς αυτάκηδες. Αντιθέτως με την ανωτέρω συνομοταξία, οι ματάκηδες φαίνεται να καταλαμβάνονται από την παρ. 2 της ΠΚ 370Α, εάν όμως δεν περιορίζονται μόνο στο θεάρεστο έργο τους, αλλά επιθυμούν να το καταγράψουν κιόλας («όποιος μαγνητοσκοπεί…μη δημόσιες πράξεις τρίτων»). Η διάταξη έχει λόγο ύπαρξης, διότι η προσβολή της ιδιωτικότητας είναι πιο έντονη εδώ, δεδομένου ότι μη δημόσια μπορεί να είναι μία προφορική συνομιλία και σε δημόσιο χώρο, εκ της φύσεως του πράγματος όμως μη δημόσιες πράξεις λαμβάνουν χώρα συνήθως, αν και όχι πάντοτε, σε μη δημόσιους χώρους, ενώ αφορούν συχνότατα τον ευαίσθητο τομέα της γενετήσιας ζωής εν ευρεία εννοία. Σκόπιμη πάντως θα ήταν μία τελεολογική συστολή της διάταξης με την προσθήκη ως άγραφου στοιχείου της συσχέτισης των πράξεων με την κοινή αιδώ, ώστε να μένει ατιμώρητος όποιος μαγνητοσκοπεί π.χ. κάποιον που επιλέγει σε μια ερημική πλατεία ή στην μοναξιά του σπιτιού του να διαβάσει μία εφημερίδα, την οποία λόγω των ακραίων πολιτικών της προτιμήσεων, ντρέπεται να διαβάσει στο λεωφορείο ή στο καφενείο. Τέλος, αξιοσημείωτο και μάλλον αδικαιολόγητο είναι ότι ο νομοθέτης εγκληματοποιεί μόνη την μαγνητοσκόπηση, όχι όμως και την φωτογράφιση. Προσωπικά θα επιδοκίμαζα την ενιαία αντιμετώπιση του θέματος, εκτός των άλλων και επειδή τα όρια των δύο εννοιών μπορεί να γίνουν πολύ πιο θολά από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. §4: Η ρήτρα της διαφύλαξης δεδικαιολογημένου συμφέροντος είναι στενότερη της ΠΚ 25, κυρίως διότι περιορίζεται μόνο στην χρήση ενώπιον εν ευρεία εννοία δικαστικών αρχών. Ο περιορισμός αυτός θεωρώ πως είναι άστοχος: αν ο Α κατηγορηθεί άδικα από τον Β για τον φόνο του γυιου του Β, του Γ, και ο μόνος τρόπος για να αποδείξει την αθωότητά του στον Β, προκειμένου αυτός να μην σκοτώσει για εκδίκηση τον ήδη απαχθέντα από αυτόν γυιο του Α, τον Δ, είναι η υποκλοπή των τηλεφωνημάτων του πραγματικού δολοφόνου Ε, η μεν τριτάμυνα δεν ωφελεί, διότι επιτιθέμενος είναι ο Β και όχι ο Ε, η δε κατάσταση ανάγκης δεν εφαρμόζεται λόγω αποκλεισμού της από την ειδικώτερη και ως εκ τούτου επικρατέστερη ΠΚ 370Α §4. Η έννοια του «δικαιολογημένου», μία ανούσια κενολογία, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της θεωρίας του υπέρτερου συμφέροντος που διέπει και την ΠΚ 25, ώστε να μην δικαιολογούνται προσβολές χάριν ασήμαντων συμφερόντων. Εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι τού ήταν γνωστή η ρύθμιση της ΠΚ 25, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το συμφέρον μπορεί να είναι και τρίτου. Το πώς βέβαια αυτός ο ειδικός λόγος άρσεως του αδίκου θα μπορέσει να συμβιβαστεί με την απόλυτη και στην απολυτότητά της απολύτως λανθασμένη απαγόρευση του άρ. 19§3 Σ είναι έργο σισύφειο, το οποίο μετά χαράς εναποθέτω στους πάντα εφευρετικούς συνταγματολόγους μας. Τέλος, εκτός πραγματικότητας είναι η κατάργηση της προϋπόθεσης της έγκλησης για τους προαναφερθέντες λόγους. Η έγκριση του «θύματος» υπεραρκεί για να άρει οιαδήποτε απαξία από τις τυποποιούμενες πράξεις, ενώ αντιθέτως ελλοχεύουν πολλοί κίνδυνοι στην θέσπιση υποχρέωσης της Αστυνομίας να επεμβαίνει κάθε φορά που κάποιος μαγνητοφωνεί ή μαγνητοσκοπεί οποιονδήποτε χωρίς να είναι εξωτερικά εμφανής η ύπαρξη συναίνεσης. Ως προς την παραβίαση ηλεκτρονικού απορρήτου: Η διάταξη είναι σχοινοτενής χωρίς λόγο. Η οικονομικώτερη διατύπωση θα ήταν «όποιος λαμβάνει γνώση απορρήτων στοιχείων λογισμητών, τιμωρείται». Στα στοιχεία περιλαμβάνονται και τα προγράμματα και κάθε είδους αρχεία, ενώ, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, καλύπτονται και τα ιδιωτικά απόρρητα. Ο όρος «λογισμητής» στο μέλλον ασφαλώς θα είναι εκφραστικώτερος και ακριβέστερος του ήδη απηρχαιωμένου «υπολογιστής». Προσοχή: το απόρρητο, άπαξ αποκαλυφθέν, δεν είναι πλέον απόρρητο, άρα δεν ενδιαφέρει ο προς ον μεταβιβάζεται περαιτέρω η τέως απόρρητη πληροφορία. Σημειωτέον ότι η υπαλλαγή «αποκαλύπτει σε τρίτον» ενδεχομένως (όταν σημαίνει «παρέχει πρόσβαση») τιμωρεί αυτουργικά μία μορφή αμέσου συνεργείας χωρίς και πάλι εμφανή αιτία, πλην ίσως της άγνοιας του Γενικού Μέρους. Ορθός είναι ο υποκειμενιστικός οιονεί ορισμός του απορρήτου στο εδ. β΄, ο οποίος όμως θα έβρισκε την φυσική του θέση στην ΠΚ 13. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις και το προαπαιτούμενο της έγκλησης έχουν καλώς. ΠΚ 371: Εδώ στεγάζονται ωρισμένα οιονεί δημόσια επαγγελματικά απόρρητα. Δεν έχω να παρατηρήσω τίποτε ιδιαίτερο, πλην της διαγραφής του «που τους τα εμπιστεύθηκαν», διότι αν μεν η αποκάλυψη έγινε σε επαγγελματικό πλαίσιο, καλύπτεται από τις υπόλοιπες υπαλλαγές, αν όμως όχι, επειδή π.χ. ο άλλος αγνοούσε την ιδιότητα του προς ον η εμπίστευση, δεν συντρέχει λόγος απορρήτου, παρά μόνο ενός κοινού μυστικού. Ο λόγος άρσεως του αδίκου της §4 είναι κακότεχνος και δεν προσθέτει τίποτε στην ΠΚ 25, το νόημα της οποίας επαναλαμβάνει με νηπιακό τρόπο• ως εκ τούτου είναι διαγραπτέος. Μόνο ενδιαφέρον παραμένει το ζήτημα της έγκλησης: αν και μίλησα για οιονεί δημόσιο απόρρητο, είναι σαφές ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι ιδιωτικό και όχι δημόσιο, δηλ. η δημοσία δήθεν πίστις των εν λόγω επαγγελμάτων (το μόνο δημόσιο που υπάρχει εδώ είναι το συμφέρον να εγκληματοποιηθεί όλως κατ’ εξαίρεσιν η αποκάλυψη σε τρίτους ενός ιδιωτικού μυστικού). Σε αυτήν την τελευταία λανθασμένη αντίληψη έχει συντελέσει η ορθή διδασκαλία ότι η συναίνεση του φορέως του εννόμου αγαθού είναι αδιάφορη. Αυτό συμβαίνει όμως όχι λόγω κάποιου υποτιθέμενου δημόσιου χαρακτήρα, αλλά για να προστατευθεί προκαταβολικά ο φορέας από την μομφή της μη συναίνεσης και συνακόλουθα της υποψίας. Ο περιορισμός της ελευθερίας εκείνων που πρόθυμα συναινεί δικαιολογείται από την μεγαλύτερη αύξηση της ελευθερίας όλων εκείνων που θα ήγοντο εκοντάκοντες σε συναίνεση, πρόκειται λοιπόν για μία εκ των προτέρων αξιολογική στάθμιση στην οποία προβαίνει ο νόμος όχι χάριν του κάθε φορέως χωριστά, αλλά χάριν του συνόλου. Έτσι δεν στέκει ούτε μομφή κηδεμονισμού κατά της διάταξης. Περαιτέρω, στην εδώ υποστηριζόμενη άποψη συνηγορεί και το συστηματικό επιχείρημα. Συνεπώς, ορθή η κατ’ έγκλησιν δίωξη. Ακολουθούν οι εντυπωσιακές δίδυμες αδελφές Παραγραφή και Έγκληση. -------------------- |
|
|
|
21 May 2003, 13:23
Post
#3
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Κεφάλαιο Ζ΄
(Όσα ακολουθούν είναι αναγνωστέα συμπληρωματικά προς τα αναπτυχθέντα στο οικείο θέμα περί εγκλήσεως). Στο άρθρο αυτό θα με απασχολήσουν δύο θεσμοί με ένα κοινό χαρακτηριστικό: την εντελή σχεδόν διαστρέβλωσή τους στην πράξη. Εννοώ με αυτόν τον βαρύ χαρακτηρισμό ότι χρησιμοποιούνται ευρέως λόγω της τυπικότητάς τους ως δικηγορικά τεχνάσματα αθωώσεων παρά πάσα έννοια ουσιαστικής δικαιοσύνης, πράγμα που συντελεί όχι λίγο στην απαξίωση της νομικής επιστήμης και δη και της ποινικής. Ας δούμε τι μπορεί να γίνει σχετικά: Ι. «Το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή»: Γιατί; Στο ερώτημα αυτό δεν δίδονται ιδιαίτερα πειστικές απαντήσεις. Το ζήτημα των αποδεικτικών δυσχερειών λόγω της παρόδου του χρόνου είναι ανάξιο λόγου, αφού άλλωστε λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου. Πιο πειστική φαίνεται η θεμελίωση στην αποδυνάμωση της ποινικής αξίωσης της Πολιτείας, ή, όπως θα το έθετα εγώ, της ηθικής εξανάστασης που βρίσκεται στην βάση της ποινικής δίκης ως πολιτειακής λειτουργίας, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Αυτό όμως δεν μπορεί να σημαίνει παρά ότι μέτρο της παραγραφής είναι το αίσθημα της ποινικής κοινότητας• στοιχειώδης εμπειρική παρατήρηση αποδεικνύει ότι οι ισχύοντες χρόνοι παραγραφής θεωρούνται από τους κοινωνούς του δικαίου απαράδεκτα χαμηλοί. Συντρεχούσης και της βραδύτητας της απονομής της δικαιοσύνης είναι πασίγνωστο ότι ο θεσμός της παραγραφής έχει μεταβληθεί σε μία από τις βασικότερες πηγές στρεψοδικιών, με αποτελέσματα συχνά εξαιρετικά δυσάρεστα για το κύρος των ποινικών ορισμών. Συμπέρασμα: κατάργηση της παραγραφής στα κακουργήματα, διπλασιασμός της στα πλημμελήματα. Τα της αναστολής της παραγραφής ανήκουν μάλλον στην ύλη της Ποινικής Δικονομίας, όπου και συνήθως γίνεται η πραγμάτευσή της. ΙΙ. Δεν υπάρχει κανείς αποχρών λόγος που να επιβάλλει τον περιορισμό της υποβολής δήλωσης έγκλησης σε ένα τρίμηνο ή σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Δεν επιτρέπεται το θύμα ενός εγκλήματος να βαρύνεται να ασχοληθεί με τον δράστη εντός κάποιας προθεσμίας. Από την πρακτική άλλωστε είναι πασίγνωστο ότι πάμπολλες φορές δράστες εγκλημάτων, έστω όχι πολύ σοβαρών, κωλυσιεργούν ερχόμενοι σε διαπραγματεύσεις για κάποιου είδους συμβιβασμό με το θύμα ή επωφελούνται της λησμοσύνης ή της αδράνειάς του, ή, σπανιώτερα, της άγνοιας μίας νομοθετικής αλλαγής που μετέτρεψε ένα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα σε κατ’ έγκλησιν. Σκοτεινό εξάλλου παραμένει και το θέμα της επί πλέον του τριμήνου παρατεινόμενης απειλής του δράστη προς το θύμα: από ποιο χρονικό σημείο θα γίνει δεκτό σε αυτήν την περίπτωση ότι αρχίζει το τρίμηνο; Από την άλλη πλευρά, δεν υφίσταται κάποιο άξιο προστασίας συμφέρον του δράστη. Το έγκλημά του έχει ούτως ή άλλως τελειωθεί, ενώ από την μακρόχρονη αναμονή της τιμωρού Θέμιδος μπορεί να τον λυτρώσει η παραγραφή, αν διατηρηθεί ως θεσμός. Πρώτο συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι η υποβολή της εγκλήσεως πρέπει να είναι απρόθεσμη (άρα διαγραφή του παρόντος περιεχομένου της ΠΚ 117). Δεδομένου ότι, όπως έχω προσπαθήσει να εξηγήσω, όλα τα προστατευτικά ατομικών εννόμων αγαθών είναι διωκτέα κατ’ έγκλησιν, ενδείκνυται η προσθήκη νέου άρθρου 117, ώστε να αποφεύγεται η μονότονη επανάληψη στις επιμέρους ειδικές διατάξεις «η πράξη διώκεται κατ’ έγκλησιν». Το νέο άρθρο θα μπορούσε να έχει την εξής περίπου διατύπωση: «Εγκλήματα που προσβάλλουν ατομικά έννομα αγαθά διώκονται κατ’ έγκλησιν». Με αυτόν τον τρόπο θα απέμενε στην θεωρία και νομολογία να προσδιορίσουν ποια είναι αυτά τα εγκλήματα, πράγμα που εν πολλοίς έχει ήδη γίνει, δίνοντας έτσι νέα πνοή στην σχετική συζήτηση. Παρεμπιπτόντως, η άποψή μου είναι ότι η ατομικότητα του εννόμου αγαθού δεν εξαρτάται από τον συγκεκριμένο φορέα του, αλλά προκύπτει από την φύση του ιδίου. Η ιδιοκτησία π.χ. είναι ατομικό έννομο αγαθό, είτε κύριος είναι οποιοσδήποτε ιδιώτης είτε το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. (Ο προσδιορισμός του κύκλου των εν λόγω αγαθών έχει σημασία και για την περί τριτάμυνας διδασκαλία). Δεύτερο συμπέρασμα: πρέπει να εισαχθεί σε γενική διάταξη η πρόβλεψη της κατ’ έγκλησιν διώξεως όλων των κατά ατομικών εννόμων αγαθών στρεφομένων εγκλημάτων. Προβληματική είναι η ΠΚ 118§1 στο μέτρο που επιτρέπει την επέκταση της απονομής δικαιώματος εγκλήσεως και σε μη αμέσως παθόντες ή και μη παθόντες. Και εάν η έγκληση των εμμέσως παθόντων παρουσιάζει μία κάποια ασθενή δικαιολόγηση, είναι ακατανόητο πώς κάποιος κατά του οποίου δεν εστράφη το έγκλημα μπορεί να το εγκαλέσει. Τρίτο συμπέρασμα λοιπόν: Στην ΠΚ 118§1 προστίθεται η λέξη «μόνο» ανάμεσα στο «ανήκει» και στο «στον», ενώ διαγράφεται η υποθετική πρόταση. (Η αλλαγή αυτή δεν εξασφαλίζει βέβαια και πολύ από νεώτερο και ειδικώτερο νόμο που θα ορίζει τα αντίθετα, είναι όμως σημαντικό το σύστημα τουλάχιστον του Ποινικού Κώδικα να χαράσσει την ορθή οδό). Η ΠΚ 118§4 πρέπει να συμπληρωθεί με την πρόβλεψη μεταβίβασης του δικαιώματος εγκλήσεως στον οικείο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών σε περίπτωση που ο αποθανών στερείτο εξ αίματος συγγενών σε ευθεία γραμμή, με την πρόβλεψη ότι το δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί όπως θα το ασκούσε ο αποθανών. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της ποινικής καταστολής από τυχαία γεγονότα, όπως η ανυπαρξία συγγενών, χωρίς να μετατρέπεται ο αποθανών νεκρός σε αυστηρότερο διώκτη του εις βάρος του εγκλήματος από ό,τι θα ήταν έτι ζων. Οι άλλες διατάξεις του κεφαλαίου έχουν καλώς. Μην χάσετε το επόμενο επεισόδιο: Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Βία, σεξ, αίμα και σπέρμα! Και ολίγη από Ποινικό Δίκαιο βεβαίως βεβαίως… -------------------- |
|
|
|
12 Jul 2003, 01:03
Post
#4
|
|
|
Level I ![]() Group: Members Posts: 2 Joined: 12-July 03 Member No.: 2.161 |
Foutre,
Περιμένω ανυπόμονα τη συνέχεια του μεγαλεπίβολου σχεδίου σου για την Ανακάθαρση του Ποινικού Κώδικα! |
|
|
|
6 Aug 2003, 21:36
Post
#5
|
|
|
Level IX ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 583 Joined: 5-April 02 From: Εξάχρεια Member No.: 553 |
Στο κεφάλαιο περί απορρήτου ξεχάσατε τις αλληλεπικαλύψεις των διατάξεων του Π.Κ. με το άρθρο 22 του Ν.2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
This post has been edited by Σωτηρόπουλος: 6 Aug 2003, 21:44 -------------------- www.elawyer.blogspot.com
Καθημερινή νομική ενημέρωση και κριτική από τον e-lawyer. |
|
|
|
23 Oct 2003, 17:25
Post
#6
|
|||
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Aγαπητέ Σωτηρόπουλε, δεν ξέχασα τίποτα για τον απλό λόγο ότι δεν με αφορά επί του παρόντος ο,τιδήποτε πέραν του προσφιλούς μας γερο-ΠΚ. Επί της ουσίας βέβαια έχεις δίκιο. Όσο για τους τύπους ευγενείας, οι Έλληνες δεν μιλάνε στον πληθυντικό, που θα έλεγε και ο Ζουράρις! -------------------- |
||
|
|
|||
23 Oct 2003, 17:28
Post
#7
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Ικανοποιώντας την ακόρεστη όρεξη του radiogaga για Ποινικό, χωρώ στην σύντομη εξέταση του ΙΘ΄ Κεφαλαίου. Στο άρθρο αυτό δεν θα με απασχολήσει βέβαια το σύνολο των διατάξεων του κεφαλαίου, επί του οποίου άλλωστε υπάρχουν εκτενείς αναπτύξεις από παλαιότερους και ανώτερους εμού, αλλά μόνο η πρόσφατη τροποποίησή του με τον Ν. 3064/2002.
Ο νόμος αυτός αποτελεί τυπικό δείγμα αγχώδους, πλην καλοπροαίρετης νομοθετικής σπουδής να συμμορφωθεί η χώρα προς ανειλημμένες διεθνείς της υποχρεώσεις και να αντεπεξέλθει στις αντεγκληματικές προκλήσεις των καιρών. Υπό το πρίσμα αυτό εντάσσεται στην σειρά διαδοχής των Ν. 2331/1995, 2472/1997 και 2928/2001, νόμων που όλοι έχουν δημιουργήσει μείζονα ερμηνευτικά προβλήματα. Το φαινόμενο δεν είναι ασφαλώς τυχαίο: εντάσσεται στην ολοένα διογκούμενη διαπίδυση διεθνούς και εθνικού δικαίου (ακόμη και στον ευαίσθητο και τρόπον τινά περίκλειστο χώρο του Ποινικού Δικαίου), που με την σειρά της αποτελεί το εποικοδόμημα της συμπλοκής υπερεθνικού και εθνικού εγκλήματος. Το νομοσχέδιο έρριψε τον κύβο σε ένα εξαιρετικά σημαντικό χώρο της οργανωμένης εγκληματικότητας, είναι όμως αμφίβολο εάν οι ευγενείς προθέσεις των συντακτών του επαρκούν, όταν απουσιάζει η συστηματική ένταξη των επιμέρους ρυθμίσεων στο όλον και όταν η διαστρέβλωση βασικών εννοιών, όπως η σχέση δόλου και αμελείας, υποδεικνύει επιπολαιότητα στην ενασχόληση με το Γενικό Μέρος του Ποινικού Δικαίου. Αναλυτικώτερα: Η νέα ΠΚ 323Α αποτελεί μία διάταξη που αδικαιολογήτως πλατειάζει, ενώ προσεκτικώτερη έρευνα αποδεικνύει ότι αποτυγχάνει να επιτύχει τον διακεκηρυγμένο σκοπό της, δηλαδή «να αντιμετωπίζονται πλέον οι απεχθέστερες μορφές της εμπορίας ανθρώπων» (ΕισηγΈκθ.). Αντιθέτως και παραδόξως εισάγει στην πραγματικότητα επιεικέστερη μεταχείριση των εμπόρων ανθρώπων. Εξηγούμαι: Η Εισηγητική Έκθεση σιωπά επί ενός κρισίμου θέματος, της σχέσης δηλαδή της προτεινόμενης ΠΚ 323Α με το ήδη υπάρχον έγκλημα της αρπαγής (ΠΚ 323), σχέση που αποτελεί όμως το κλειδί για την αξιολόγηση της νέας ρύθμισης. Η παράλληλη νομική εκτίμηση των δύο αυτών διατάξεων αποκαλύπτει ότι όλες οι περιπτώσεις εγκληματικής συμπεριφοράς τις οποίες σκοπεί να πατάξει η ΠΚ 323Α μπορούν αβίαστα να υπαχθούν στην ΠΚ 323. Συγκεκριμένα, την «χρήση βίας, απειλής...ή την επιβολή ή την κατάχρηση εξουσίας», την «συναίνεση προσώπου με την χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων» των §§1-2 της ΠΚ 323Α ασφαλώς περιλαμβάνει η περιεκτικώτερη διατύπωση της ΠΚ 323 «με απάτη ή βία ή με την απειλή βίας» (αντί της απάτης δοκιμώτερος όρος θα ήταν βέβαια η εξαπάτηση). Επιφύλαξη θα μπορούσε εδώ να διατυπωθεί ενδεχομένως μόνο για την χρήση άλλου εξαναγκαστικού μέσου της §1 της ΠΚ 323Α, η οποία σε ωρισμένες περιπτώσεις δεν θα είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ως βία ή απειλή (π.χ. αφαίρεση του διαβατηρίου ή της άδειας παραμονής του αλλοδαπού θύματος). Από την άλλη μεριά βέβαια δεν θα πρέπει να αρκεί οποιοδήποτε εξαναγκαστικό μέσο (π.χ. η στέρηση τσιγάρων από καπνιστή), αλλά απαιτείται αυτό να είναι οπωσούν σοβαρό. Περαιτέρω, η φλύαρη διατύπωση «προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικρατείας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλο πρόσωπο» της ΠΚ 323Α δεν αποτελεί παρά ανεπτυγμένη μορφή της πιο ευσύνοπτης διατύπωσης «συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί...ιδίως περιάγει σε κάποιον σε ομηρεία ή σε παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας» της ΠΚ 323. Τέλος, και η τέλεση της πράξης με σκοπό «την αφαίρεση οργάνων του σώματός του ή για να εκμεταλλευθεί ο ίδιος ή άλλος της εργασία του» της ΠΚ 323Α μπορεί να υπαχθεί στο ευρύτερο εννοιολογικό πλάτος της πράξης που έγινε με σκοπό «να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του» της ΠΚ 323. Ενώ όμως αποδεδειγμένα η προτεινόμενη ΠΚ 323Α αποτελεί ειδικώτερη περίπτωση της ΠΚ 323, άρα θα εφαρμόζεται πάντοτε προ αυτής λόγω ειδικότητας (αφού στρέφονται κατά την σύλληψη του νομοθέτη και την συστηματική τους ένταξη κατά του αυτού εννόμου αγαθού), η νεόκοπη εμπορία ανθρώπων της ΠΚ 323Α προβλέπει στην βασική της μορφή ουσιωδώς ηπιώτερη ποινή. Ενώ δηλαδή η αρπαγή τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών στην βασική της μορφή (ΠΚ 323 περ. β΄), η εμπορία ανθρώπων έχει ως βασική της ποινή την κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (και χρηματική ποινή 10.000 έως 50.000 ?). Στην πραγματικότητα λοιπόν αντί επίτασης της κρατικής καταστολής επήλθε η απάμβλυνσή της. Εάν τεθεί ως βάση το πλαίσιο ποινών της ΠΚ 323, εμφανίζονται ως άνευ ενδιαφέροντος οι επιβαρυντικές περιστάσεις της §4 της ΠΚ 323Α υπό (α) και (β), οι οποίες θα λαμβάνονται υπόψιν μόνο επιμετρητικά. Το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα που εισάγει η περ. γ΄ έχει γενικώτερη σημασία και για αυτό θα εξεταστεί στην συνέχεια. Αυτοτελή αξία παρουσιάζει η εγκληματική πρόβλεψη της §5 (στρατολόγηση ανηλίκου). Πρόκειται για αξιόλογη και αξιέπαινη καινοτομία, καθώς η περιγραφόμενη συμπεριφορά στρέφεται κατά της εν πολλοίς αδιαμόρφωτης ακόμη βουλήσεως του ανηλίκου και κατατείνει στο να τον προστατεύσει από επιπόλαιες αποφάσεις μείζονος επικινδυνότητας για την ζωή και την υγεία του. Εάν έτσι έχει το πράγμα, η προτεινόμενη §5 της ΠΚ 323Α δεν το έχει συλλάβει στην ακριβή του έκταση, διότι το προστατευτέο έννομο αγαθό προσβάλλεται ασφαλώς όχι μόνο με «τα μέσα των §§1-2», αλλά και με μία (ασφαλώς άκυρη εξ επόψεως αστικού δικαίου) σύμβαση στρατολόγησης, όπου ο στρατολόγος καλοπίστως εννοεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και όχι να εξαπατήσει τον στρατολογούμενο. Περαιτέρω, του νόμου μη διακρίνοντος, επιβάλλεται ο «ανήλικος» να ερμηνευθεί όχι μόνο ως ο ημεδαπός, αλλά ασφαλώς και ο αλλοδαπός, δεδομένου ότι κυρίως ο τελευταίος χρήζει προστασίας στον σημερινό κόσμο. Τέλος, το νεοεισαχθέν έγκλημα έρχεται να καλύψει κενό του ισχύοντος ΠΚ, το οποίο δεν καλύπτεται από την διάταξη της ΠΚ 206 (στρατολογία για ξένο κράτος), διότι τα εγκλήματα περί την υποχρέωση στρατεύσεως αφορούν τους στρατευσίμους και όχι βέβαια τους στρατευθησομένους ανηλίκους. Συνεχίζοντας, επί της §1 της νέας ΠΚ 338: Η αντικατάσταση της «γυναίκας» από την λέξη «άλλου» είναι σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της ισότητας και πρέπει να επικροτηθεί. Η πρόσθεση της «παρά φύσιν ασέλγειας» είναι, νομίζω, πλεοναστική, καθώς καλύπτεται από την «συνουσία» (δεν είμαι πολύ καλός σε αυτά τα τεχνικά θέματα!). Επ? ευκαιρία της αναθεωρήσεως του άρθρου θα έπρεπε πάντως να είχε διαγραφεί και η λέξη «εξώγαμη», διότι η προηγούμενη τέλεση γάμου δεν αφαιρεί τίποτε από την απαξία της πράξης, αντιθέτως προσθέτει. Η ενότητα του δικαίου με την εξίσου απαράδεκτη ρύθμιση της ΠΚ 336 (βιασμός) στο σημείο αυτό δεν είναι δυνατόν να εξαγοραστεί με την διαιώνιση ενός λάθους. Η νέα ΠΚ 340 εισάγει βαρύτατη αξιολογική αντινομία, εξομοιώνοντας την ποινική αντιμετώπιση του δόλου προς την της αμελείας (τα αναπτυχθησόμενα ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών και για τα άρθρα 323Α §4 περ. δ΄, 348Α §3, 351 §4 περ. στ΄ και §5 και 351Α §3). Για παράδειγμα, ο δράστης θανατηφόρου βιασμού (προτεινόμενη ΠΚ 340) τιμωρείται με ισόβιο κάθειρξη, ενώ ο βιαστής που σκοτώνει το θύμα του με πρόσκαιρη και ισόβιο κάθειρξη (ΠΚ 336 + ΠΚ 299§1), συνεπώς κατ? αποτέλεσμα η αντιμετώπισή τους δεν διαφέρει. Το πρόβλημα που δημιουργείται είναι το αυτό που υφίσταται ανάμεσα στην θανατηφόρο ληστεία (ΠΚ 380§2) και την συρροή ληστείας και ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (ΠΚ 380§1 + 299§1), συνεπώς περιττεύει περαιτέρω ανάπτυξη. Ορθότερη θα ήταν εδώ η πρόβλεψη ποινής τουλάχιστον δεκαετούς καθείρξεως, όταν επέρχεται θάνατος οφειλόμενος σε αμέλεια του δράστη. Τα ζητήματα που θέτει η ΠΚ 344 έχουν κατ? ουσίαν αναπτυχθεί στο περί εγκλήσεως άρθρο μου. Εφαρμογή όσων αναλύονται εκεί εν προκειμένω σημαίνει ότι η κατάργηση της εγκλήσεως ως προς τα εγκλήματα της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια και της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας (ΠΚ 342, 343) κινείται προς την ορθή κατεύθυνση, δεδομένου ότι αντικείμενο προστασίας των οικείων εγκλημάτων δεν είναι μόνο ο γενετήσιος αυτοπροσδιορισμός των θυμάτων, αλλά και η καθαρότητα της οικείας εξουσιαστικής ή μη σχέσης, ώστε να προάγεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στους οικείους θεσμούς. Ενδεχομένως όμως να προβάλλει ως σκοπιμώτερη η λύση που εισάγει η ΠΚ 344 εδ. β΄ για το έγκλημα του βιασμού. Πράγματι, δεν επιτρέπεται εν ονόματι της ηθικής καθαρότητας μίας οικογενειακής, υπαλληλικής ή άλλης σχέσης να εκτίθεται το θύμα, ιδίως ο ανήλικος στην επώδυνη ποινική διαδικασία. Επί της ΠΚ 339: η κατάργηση της έγκλησης ως προς τις κακουργηματικές μορφές της αποπλάνησης ανηλίκων είναι μεν ορθή, ορθότερη όμως θα ήταν η υιοθέτηση μίας ρύθμισης ανάλογης της ΠΚ 344 εδ. β΄ για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί. Η πλημμεληματική μορφή της αποπλάνησης (ΠΚ 339 §1 περ. γ΄) δύναται αβλαβώς να παραμείνει κατ? έγκλησιν διωκόμενο έγκλημα, εν όψει της μικρής σχετικά απαξίας της. Ο νομοθέτης δεν πρέπει άλλωστε να δίνει την εντύπωση ότι ενεργεί υπό το κράτος της εντυπωσιθηρικής παραδημοσιογραφίας (περίπτωση Κορκολή). Επί της ΠΚ 338: Το έγκλημα της §1 ενδείκνυται για τους εκτεθέντες λόγους να διώκεται αυτεπαγγέλτως μεν, με την δυνατότητα όμως της ΠΚ 344 εδ. β΄. Κατ? αυτόν τον τρόπο συνδυάζονται κατά τον βέλτιστο τρόπο οι ανάγκες αφενός μεν της καταστολής, αφετέρου δε τα δικαιολογημένα συμφέροντα των ανήμπορων θυμάτων να μην γίνονται πάση θυσία όργανα αυτής της καταστολής. Τέλος, η δίωξη του πλημμέληματος της §2 εν όψει της μικρής σχετικά απαξίας του μπορεί να επαφεθεί στην διακριτική ευχέρεια του θύματος, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει εάν από την ασελγή πράξη του δράστη διαταράχθηκε ή όχι η λειτουργική σχέση της γενετήσιας ελευθερίας του με αυτό. Η νέα ΠΚ 348§3 ανάγει κατ? ουσίαν σε αυτοτελές έγκλημα την απόπειρα απλής συνέργειας στο έγκλημα της αποπλανήσεως ανηλίκων («επιχειρεί να διευκολύνει?την ασέλγεια με ανήλικο»). Εισάγεται έτσι έγκλημα επιχειρήσεως, το οποίο όμως αφορά όχι αυτουργική συμπεριφορά, αλλά συνεργική. Πρόκειται εξ όσων γνωρίζω, για την μοναδική περίπτωση τιμωρήσεως της απόπειρας απλής συνέργειας. Δεν είναι σαφές εάν διά της φράσεως «ασέλγεια με ανήλικο» ο νόμος αναφέρεται στην αποπλάνηση παίδων (ΠΚ 339), την κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια (ΠΚ 342), την μαστροπεία (ΠΚ 349), την ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής (ΠΚ 351Α) ή, το και πιθανώτερο, σε όλες τις ανωτέρω υποστάσεις. Το μόνο βέβαιον είναι ότι το ακρίτως αυστηρό πνεύμα και η έλλειψη συντονισμού θα δημιουργήσουν διάφορους τραγέλαφους: ενδεικτικά, ο αποπειρώμενος ασέλγεια με υπερδεκαπενταετή ανήλικο έναντι αμοιβής ενδέχεται να τιμωρηθεί με ποινή φυλακίσεως τριάντα ημερών (ΠΚ 351Α, 42, 83), ο αποπειραθείς όμως απλή συνέργεια στην αυτή πράξη θα διανύσει έως και πέντε έτη της ζωής του στα καταστήματα κράτησης. Όσο για το «συγκαλυμμένα» της διάταξης, ας καγχάσω συγκεκαλυμμένως? Η νεόκοπη πορνογραφία ανηλίκων (νέα ΠΚ 348Α) βαρύνεται με μία διατύπωση της §1 που είναι αφενός μεν υπερβολικά πληθωρική, αφετέρου δε πολύ στενή. Η παράθεση των αλληλοεπικαλυπτόμενων ρημάτων υποβιβάζει την ποιότητα του κειμένου, καθώς το «προμηθεύεται» καλύπτει εννοιολογικά και το «αγοράζει», το «διαθέτει» ασφαλώς περιλαμβάνει και το «πωλεί», το «προμηθεύεται» είναι λογικώς πρότερον του «κατέχει» και το «διακινεί» μπορεί αβλαβώς να εκφραστεί και από το «μεταφέρει». Πέραν της αξιόμεμπτης πολυλογίας και παλιλλογίας, δεν εξηγείται γιατί η πορνογραφία ανηλίκων πρέπει να τιμωρείται μόνο εκ κερδοσκοπίας τελούμενη, την στιγμή μάλιστα που α) το κίνητρο της κερδοσκοπίας θα είναι συχνότατα δυσαπόδεικτο, β) είναι άσχετο με το προστατευόμενο έννομο αγαθό της ανηλικότητας (ο νόμος δεν επιθυμεί να προστατεύσει την οικονομική-εμπορική αξία της γενετήσιας ζωής των ανηλίκων), γ) στους κύκλους των παιδεραστών ευδοκιμεί η ανταλλαγή πορνογραφικού υλικού κατά τρόπο περίπου φιλάλληλο και συντροφικό. Τέλος, πρέπει να εξαρθεί η τιμώρηση της πράξης ανεξαρτήτως συναινέσεως του ανηλίκου, συναίνεση η οποία λόγω ηλικίας είναι ούτως ή άλλως ανίσχυρη. Τίθεται το ζήτημα περί του ποίος ο ανήλικος της ΠΚ 348Α. Εάν το ζήτημα λυθεί, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως φυσικό, κατά τους γενικούς περί ανηλικότητας κανόνες, δημιουργείται το εξής παράδοξο στην περίπτωση σαρκικής συνάφειας με πρόσωπο 15-18 ετών: η γενετήσια πράξη καθ? αυτήν ως μη κολαζόμενη ποινικώς είναι πράξη δίκαιη, η φωτογράφισή της όμως τιμωρείται ως πλημμέλημα! Δεδομένου ότι η ανηλικότητα της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας δεν προστατεύεται ποινικά στο γενετήσιο πεδίο (δεν πρόκειται κατά νόμον για γενετησίως ανηλίκους, αν μπορεί να επιτραπεί η έκφραση), δεν είναι σαφές πώς προτείνεται να απαγορευθεί η καταγραφή μίας πράξης της οποίας η τέλεση επιτρέπεται. Η συστηματική ένταξη του όρου «ανήλικος» υπαγορεύει αντιθέτως την υιοθέτηση μίας ειδικής έννοιας αυτού: «ανήλικος» είναι μόνο ο ανήλικος του ΙΘ΄ Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, όποιος επομένως έχει υπερβεί το 15ο έτος της ηλικίας του ή είναι 15 ετών, όπως προκύπτει από την ΠΚ 339. Το συμπέρασμα αυτό ενδέχεται να αντιβαίνει στην κρατούσα κοινωνική ηθική (και να φαίνεται και σε μένα αρκούντως δύσπεπτο), η οποία δεν ανέχεται πιθανόν ελεύθερη διακίνηση σε ενηλίκους πορνογραφικού υλικού ανηλίκων 15-18 ετών, αλλά είναι το μόνο που μπορεί αυστηρά νομικά να συναχθεί από τις ρυθμίσεις του Ποινικού Κώδικα. Ομολογώ ότι επ? αυτού του σημείου δεν είμαι απολύτως βέβαιος, πλην όμως επί του παρόντος δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο αντεπιχείρημα. Η §2 του άρθρου τιμωρεί ακόμη και εικονικές αποτυπώσεις εικονικών ασελγών πράξεων. Στην περίπτωση αυτή όμως ο ζήλος των συντακτών του νόμου υπερβαίνει τα εσκαμμένα. Ο ποινικός νόμος δεν επιτρέπεται να τιμωρεί την παιδεραστία καθ? αυτήν ως έξη, αλλά μόνο συγκεκριμένες παιδεραστικές πράξεις που βλάπτουν το έννομο αγαθό της ανηλικότητας. Διαφορετικά, η αρχή της βλάβης ως νομιμοποιός του Ποινικού Δικαίου εξοβελίζεται εις όφελος ενός Ποινικού Δικαίου του εγκληματία και όχι της εγκληματικής πράξης. Περί αυτού όμως ακριβώς πρόκειται και εδώ: η δημιουργία εικονικού πορνογραφικού υλικού με εικονικούς ανηλίκους μόνο την εικονική ανηλικότητα βλάπτει, όχι την πραγματική. Πρόκειται ουσιαστικά για μία έμμεση τιμώρηση του εγκληματικού φρονήματος, όχι βέβαια καθ? αυτό, αλλά μίας αβλαβούς εκδήλωσής του. Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, έστω το εξής παράλληλο παράδειγμα: εάν ο Α μαγνητοσκοπεί βιασμούς γυναικών που τελεί ο Β, τους οποίους στην συνέχεια πωλεί ως πορνογραφικές ταινίες, είναι καθ? όλα επιτρεπτό να τιμωρηθεί για την πράξη του αυτή, ακόμη και με την εισαγωγή ενός ιδιωνύμου εγκλήματος,. Εάν όμως ο Α δημιουργεί πορνογραφικά κινούμενα σχέδια, στα οποία κάποιος αρσενικός χαρακτήρας «βιάζει» έναν θηλυκό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί δογματικά η τιμώρησή του για την πράξη αυτή. Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη διάταξη εισάγει αληθώς ένα ψευδέγκλημα. Η §3 εισάγει εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα, το οποίο δημιουργεί όμως αξιολογική αντινομία, περί ης ανωτέρω ανεπτύχθησαν τα αναγκαία. Η νέα ΠΚ 351 (σωματεμπορία) υιοθετεί το λεκτικό της προτεινόμενης ΠΚ 323Α, οπότε έχουν αντίστοιχη εφαρμογή τα επ? εκείνης λεχθέντα. Η διατύπωση της §2 («αποσπά την συναίνεση με την χρήση απατηλών μέσων..» κ.λπ.) δημιουργεί την εντύπωση ότι καταλαμβάνει περιπτώσεις όπως η ακόλουθη: ο Α συμφωνεί με την Β έναντι ποσού 3.000 ? να κινηματογραφήσουν πορνογραφική ταινία, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι διατεθειμένος να της δώσει παρά 2.000 ? για τις υπηρεσίες της. Η περίπτωση αυτή δεν μπορεί ασφαλώς να αξιολογηθεί ως σωματεμπορία, άξια κάθειρξης, αλλά πρόκειται για κοινή παραβίαση ανειλημμένης συμβατικής υποχρέωσης. Ο νόμος αποσκοπεί στην προστασία του γενετήσιου αυτοπροσδιορισμού και όχι της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι. Η επιβαρυντική περίσταση της σωματεμπορίας ανηλίκου δημιουργεί προβλήματα συρροής με την μαστροπεία ανηλίκου (ΠΚ 349), καθώς η γενετήσια εκμετάλλευση, όπως ορίζεται στην §4, έχει πολλά κοινά σημεία με εκείνη και τα δύο εγκλήματα στρέφονται κατά του αυτού εννόμου αγαθού. Η §§ 5 και 6 εισάγουν εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα, για τα οποία έχουν λεχθεί τα αναγκαία. Η §1 της νέας ΠΚ 351Α πλατειάζει στην διατύπωσή της. Επιπλέον, επειδή συχνά η αποπλάνηση του ανηλίκου συνοδεύεται από δώρα προς αυτόν, θα πρέπει ίσως να τονιστεί ότι για την εφαρμογή της προτεινόμενης διάταξης πρέπει να προέχει το κερδοσκοπικό στοιχείο του ερωτικού, διαφορετικά δεν καταλείπεται πρακτικά πεδίο εφαρμογής στην ΠΚ 339. Τέλος, δυσεπίλυτο είναι το πρόβλημα της συρροής της σχολιαζόμενης διάταξης προς την της μαστροπείας (ΠΚ 349). Εάν καλώς αντιλαμβάνομαι, η ΠΚ 351Α πρέπει να περιλαμβάνει μόνο ασελγείς πράξεις και όχι την stricto sensu συνουσία. Τέλος, η §3 εισάγει την γνωστή ήδη αξιολογική αντινομία. Η προσθήκη στην ΠΚ 187 του εγκλήματος της αποπλανήσεως ανηλίκων ασφαλώς σκοπό έχει την ψυχαγωγία του μελλοντικού ιστορικού του δικαίου: είναι κάπως δύσκολο πρακτικά να συσταθεί εγκληματική οργάνωση («δομημένη και με διαρκή δράση») που να επιδιώκει περισσότερες αποπλανήσεις ανηλίκων! Κλείνοντας τον επί τροχάδην σχολιασμό των διατάξεων του Ν. 3064/2002, είναι απαραίτητο να αναφερθεί ένα σχολικό παράδειγμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας: η §6 του άρ. 11 του ως άνω νόμου, αρκούμενη στην επίδοση τελεσιδίκου και όχι αμετάκλητης απόφασης για την επιβολή του διοικητικού μέτρου της αφαίρεσης άδειας λειτουργίας καταστήματος, ή ακόμη και στην απλή άσκηση της ποινικής δίωξης (!) για την «προσωρινή» εφαρμογή του ιδίου μέτρου, παραβιάζει οφθαλμοφανώς το ανώτερης τυπικής ισχύος τεκμήριο της αθωότητας (ά.6 §2 ΕΣΔΑ + 546 ΚΠΔ) και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη. Και μη χειρότερα? Στο επόμενο: η στιγμή που όλοι περιμένατε! Ήγγικεν η ώρα της ανακαθάρσεως, αναμορφώσεως, αναδιατάξεως, ανασυντάξεως, αναδιαρρυθμίσεως, ανακατατάξεως του Γενικού Μέρους! Ένας, ένας καλέ, μη ζμπρώχνεσθε, φτάνει για όλους? -------------------- |
|
|
|
9 Dec 2003, 14:22
Post
#8
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Στο προηγούμενο άρθρο είχα προαναγγείλει την ενασχόλησή μου με κάποιο μυστηριώδες κεφάλαιο του Γενικού Μέρους, το οποίο απέφυγα επιμελώς να αποκαλύψω. Και αυτό ήταν εύλογο, διότι πρόκειται για ένα κεφάλαιο που απλούστατα δεν υπάρχει. Το γεγονός αυτό όμως ελάχιστα μεταβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του εν λόγω ακατονόμαστου ακόμη κεφαλαίου.
Αντί λοιπόν να ονομάσω ευθέως το εισακτέο κεφάλαιο/διάταξη, πράγμα που θα μείωνε την τηλεθέαση, ή καλύτερα την δια-θέαση, των αναπτύξεών μου, θα ακολουθήσω την δοκιμασμένη τακτική των συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων, προσπαθώντας να εκμαιεύσω από τον προσεκτικό αναγνώστη την απάντηση, παρέχοντάς του με μέτρο τις αναγκαίες ενδείξεις. Εν αρχή λοιπόν ην η αξιόποινη πράξη (ΠΚ 14 επ.), επομένου του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως (ΠΚ 20 επ.) και συγκεφαλαιούντος το παν του καταλογισμού εις ενοχήν (ΠΚ 26 επ.). Το τριώροφο εγκληματικό οικοδόμημα καταστρώνεται στον Ποινικό Κώδικα με θαυμαστή σαφήνεια, χωρίς όμως να εξυπακούεται ότι εξαντλείται κατ? αυτόν τον τρόπο και κάθε προαπαιτούμενο της ποινής. Πράγματι, αρκεί τάχα το τυπικόν, άδικον και καταλογιστόν μίας πράξεως για να κατηγορηθεί σε αυτήν η ποινή; Πολλού γε και δει. Ας το αποδείξουμε επαγωγικώς: α) μία μητέρα καταπλακώνει κοιμώμενη το βρέφος της, που κοιμόταν δίπλα της, το δικαστήριο όμως την απαλλάσσει από κάθε ποινή κατά ΠΚ 302§2, β) κατ? άρ. 42 παρ. 3 ΠΚ «το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη την απόπειρα πλημμελήματος για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης όχι ανώτερη από τρεις μήνες», και γ) η κλοπή ευτελούς αξίας μπορεί να κριθεί ατιμώρητη αν έγινε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση (ΠΚ 377§1). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας αναγνωρίζει σε πολλές επιμέρους περιπτώσεις ότι προς επιβολήν ποινής απαιτείται και τέταρτο στοιχείο του εγκλήματος. Το ζητούμενο αυτό στοιχείο είναι βέβαιο ότι ο ευφυής αναγνώστης έχει ήδη ανακαλύψει, τρυγώντας τα κοινά στοιχεία των εξετασθεισών περιπτώσεων και αφήνοντας τον ενοποιητικό τους παράγοντα να αποστάξει. Αυτόν τον άγνωστο Χ θα ονομάσω προληπτική αναγκαιότητα της ποινής. Nulla poena sine necessitate! Σε αυτήν την λατινίζουσα πρόταση, κατά την μόδα των ποινικολογούντων, συνοψίζεται το νόημα όσων προσπαθώ να αναπτύξω. Η ποινή επιβάλλεται πάντοτε, αλλά και μόνον όταν είναι αναγκαία. Άσκοπη ποινή αποκτά χαρακτήρα μεταφυσικό, είναι συνεπώς ξένη προς το Ποινικό Δίκαιο. Για την επιβολή της ποινής όμως αρκεί η εξυπηρέτηση έστω και ενός από τους σκοπούς της, χωρίς να είναι απαραίτητο να απαιτείται αυτή από όλους. Αυτή η τελευταία πρόταση μου προκαλεί αρκετές αμφιβολίες, αλλά περισσότερες η αντίθετή της. Ο κακεντρεχής αναγνώστης θα παρατηρήσει ασφαλώς ότι δεν έχω προσδιορίσει ακόμη αυτούς τους περίφημους σκοπούς της ποινής. Αυτό είναι αληθές και έχει δύο αιτίες: α) δεν είμαι εγκρατής του θέματος ούτε θέλω να δημιουργήσω τέτοια εντύπωση, και β) μία διάταξη που δεν θα λάμβανε θέση υπέρ της μίας ή της άλλης θεωρίας θα περιποιούσε υπηρεσία στην μελλοντική επιστημονική συζήτηση, καθώς δεν θα την περιώριζε. Εντούτοις, για να μην κατηγορηθώ για φυγομαχία και υπεκφυγή, θα διακινδυνεύσω μία πρόταση νέας ΠΚ 41Α με υπέρτιτλο «Προληπτική αναγκαιότητα της ποινής»: «Δεν επιβάλλεται ποινή, εάν αυτό δεν υπαγορεύεται από τους σκοπούς της ειδικής και της γενικής πρόληψης». Στο σημείο αυτό είναι επιτέλους εφικτή, όσο και απαραίτητη κάποια τυποποίηση. Καθ? όσον δύναμαι να διακρίνω, οι περιπτώσεις έλλειψης της προληπτικής αναγκαιότητας της ποινής κατηγοριοποιούνται περίπου ως εξής: α) minimum αδίκου, β) minimum ενοχής, και γ) poena naturalis. Εννοείται ότι περισσότερες εκ των ως άνω περιπτώσεων μπορεί να συντρέχουν. Ως προς τις πρώτες δύο περιπτώσεις, μία διευκρίνιση είναι απαραίτητη: όταν γίνεται λόγος για το minimum, εννοείται όχι οποιαδήποτε συμπεριφορά πληροί την αντικειμενική υπόσταση, αλλά μόνον εκείνες οι οποίες δεν αποκόπτονται ήδη κατ? εφαρμογήν της περιοριστικής του αξιοποίνου αρχής minima non curat praetor. Ως προς την τρίτη περίπτωση: αυτή είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα, αναγνωρίζεται δε ήδη από το τεθειμένο δίκαιο στην περίπτωση της ΠΚ 302§2. Πρόκειται για τις τραγικές εκείνες περιπτώσεις στις οποίες η επιβολή ποινής εμφανίζεται ως άσκοπη πλέον σκληρότητα, η οποία δεν υπηρετεί κανένα σκοπό, διότι ο δράστης έχει υποστεί ως φυσική οιονεί ποινή τις συνέπειες των πράξεών του. Το γεγονός αυτό εξασφαλίζει αφενός μεν ότι ο ίδιος δεν πρόκειται να επιχειρήσει παρόμοια πράξη, αφετέρου ότι οι κοινωνοί του δικαίου δεν θα επιχειρήσουν να τον μιμηθούν. Σε τέτοιες περιπτώσεις η απαγγελία της καταδικαστικής απόφασης αρκεί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο γεγονοτικώς τρωθέν κύρος του κανόνα και ουδέν έτι απαιτείται. Για να γίνω πιο σαφής: έστω ο βομβιστής Α, ο οποίος κατά την προσπάθειά του να κατασκευάσει εκρηκτικό μηχανισμό, προκαλεί έκρηξη, από την οποία ακρωτηριάζεται και στα δύο χέρια και τυφλώνεται. Εδώ τι είδους ειδικοπροληπτική λειτουργία μπορεί να επιτελέσει η ποινή, την στιγμή που ποτέ δεν θα ηδύνατο να επιφέρει τόσο μεγάλο κακό στον δράστη; Η δε γενική πρόληψη εξυπηρετήθηκε από τις ίδιες τις φρικτές συνέπειες της πράξης, με συνέπεια να περιττεύει η επιβολή και πολύ περισσότερο η έκτιση ποινής. Αυτά τα ολίγα. Απομένει βέβαια να διασαφηνισθούν πολλά θέματα, όπως η σχέση της προληπτικής αναγκαιότητας με την άφεση του αξιοποίνου και θεσμούς όπως η χάρις, η παραγραφή κ.λπ. Αυτά όμως αποτελούν θέματα μονογραφιών μάλλον και όχι δια-καφενειακών συζητήσεων, όπως η παρούσα. Στο επόμενο: Εγκλήματα κατά της ζωής! Επιτέλους προσεγγίζουμε την σκοτεινή καρδιά του Ποινικού Δικαίου! Μπρρρρ! -------------------- |
|
|
|
19 Dec 2003, 17:49
Post
#9
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Ιντερμέδιο
Σε όλες τις τραγωδίες παρεμβάλλεται κάποια στιγμή ιλαρόν τι επεισόδιον, προκειμένου να πραϋνθούν οι δύσμοιροι θεατές και να παρακολουθήσουν στην συνέχεια την κορύφωση των παθών με ανανεωμένο ενδιαφέρον. Στην ημετέρα Ανακάθαρσιν, όπου κυριαρχεί το ευτράπελο ύφος και η μεταξύ τυρού και αχλαδίου επιστημονική συζήτηση, το παρεμβαλλόμενο ιντερμέδιο θα λάβει αντιθέτως μορφή σοβαρή. Γράφοντας κάποιο από αυτά τα αρθρίδια που κανείς δεν διαβάζει, συνειδητοποίησα ότι αν τυχόν υπέπιπτε στην αντίληψη κάποιου κάπως λιγώτερο υποψιασμένου περί τα ποινικά, θα προκαλούσε σε αυτόν ίσως την εντύπωση ότι είτε πρόκειται για νέες, ενδιαφέρουσες θεωρίες είτε ότι αποδίδω το ισχύον δίκαιο ή την κρατούσα άποψη στην θεωρία ή νομολογία. Τίποτε από αυτά όμως δεν είναι αληθές. Τα όσα έχω παραθέσει σχετικά με διάφορες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και πρόκειται ενδεχομένως να αναπτύξω σε άλλα άρθρα δεν διεκδικούν αξιώσεις πρωτοτυπίας. Ίσως κάτι μέσα σε όλα αυτά να είναι πράγματι πρωτότυπο, αλλά δεν θα πρέπει να εκλάβει κανείς ότι αυτό ισχύει και για το όλον. Αυτή η σειρά των άρθρων δεν είναι «δημοσιεύσεις», είναι περισσότερο ασκήσεις εκ του προχείρου και καταγραφή κάποιων σκέψεων που με καταλαμβάνουν σε ανύποπτες στιγμές, πράγμα που είμαι βέβαιος ότι συμβαίνει σε όλους τους χαλασμένους συναδέλφους ποινικολόγους. Είναι ένα παίγνιο που απευθύνεται περισσότερο στον εαυτό μου και στους φίλους μου και πάντως όχι πλήρης και τεκμηριωμένη (τουλάχιστον ακόμη) επιστημονική πρόταση. Εξ ου και το ψευδώνυμο. Από την άλλη μεριά, στο διαδικτυακό μας χαρτί αποτυπώνω προσωπικές σκέψεις, υπό την έννοια ότι α) τα περισσότερα, ή τέλος πάντων, πολλά από αυτά δεν τα έχω διαβάσει κάπου, χωρίς αυτό να αποκλείει βέβαια να έχουν διατυπωθεί από κάποιον άλλο, και β) σκοπός μου δεν είναι να παρουσιάσω την σημερινή κατάσταση στην επιστημονική συζήτηση ή στην αρεοπαγιτική νομολογία, την οποία άλλωστε συχνότατα αγνοώ. Μετά την ως άνω δήλωση περί ανευθύνου, μπορώ να συνεχίσω το ανακαθαρτικό μου εγχείρημα με ήρεμη συνείδηση! -------------------- |
|
|
|
21 Dec 2003, 05:20
Post
#10
|
|
![]() Level XII ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 1.048 Joined: 18-September 02 From: down town Member No.: 1.043 |
«Δεν επιβάλλεται ποινή, εάν αυτό δεν υπαγορεύεται από τους σκοπούς της ειδικής και της γενικής πρόληψης».
-------------------- Die Kunst Recht zu haben...
μην τα βάζεις ποτέ με ηλίθιους - σε κατεβάζουν στο επίπεδό τους και σε κερδίζουν λόγω εμπειρίας... |
|
|
|
22 Dec 2003, 18:47
Post
#11
|
|||
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Queen, (με την επιφύλαξη ότι κατάλαβα ακριβώς την αντίρρησή σου) νομίζω πως είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα το αν μία συμπεριφορά γενικώς είναι άξια εγκληματοποιήσης και το αν, δεδομένης της εγκληματοποίησης, υπηρετούνται in concreto oι σκοποί της. Ακόμη και σε περιπτώσεις καταχρηστικής εγκληματοποίησης, όπως αυτές των ποικιλώνυμων ειδικών ποινικών νόμων, τίθεται πάντοτε ζήτημα γενικής και ειδικής πρόληψης. Ίσως αυτό το παράδειγμα να είναι κάπως πιο διαφωτιστικό: ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εκπαίδευση σκύλων για κυνομαχίες (άρ. 2 παρ. 4 Ν. 3170/2003) δεν τυποποιεί γνησίως εγκληματικό άδικο, μπορώ να σκεφτώ περιπτώσεις που, ενώ πληρούν την ειδ. υπόσταση, δεν είναι άξιες ποινής, όπως π.χ. αν ο επίδοξος, πλην ερασιτέχνης εκπαιδευτής υποστεί την επίθεση των προστατευόμενών του, με συνέπεια να χάσει δύο δάχτυλα. Εδώ θεωρώ ότι η επιβολή ποινής περιττεύει, πράγμα που δεν είναι τόσο προφανές στις συνήθεις περιπτώσεις εκτροφής και εκπαίδευσης σκύλων για κυνομαχίες, τις οποίες και μόνο επεδίωξε να θέσει υπό ποινή ο νομοθέτης. -------------------- |
||
|
|
|||
17 Jan 2004, 16:13
Post
#12
|
|
|
Level II ![]() ![]() Group: Members Posts: 6 Joined: 4-November 03 Member No.: 2.517 |
Μήπως ξέρετε κάποια συγκεκριμένη δημοσίευση σε ποινικό περιοδικό, που να αφορά τις πρόσφατες τροποποιήσεις του ΚΠΔ? Ευχαριστω
|
|
|
|
23 Mar 2004, 02:18
Post
#13
|
|
|
Level V ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Members Posts: 102 Joined: 23-May 02 Member No.: 608 |
Εκπληρώνοντας σήμερα παλιά υπόσχεσή μου στον αγαπητότατο Foutre, του οποίου τα σχόλια βρίσκω ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα, θα ήθελα να συμβάλω στο πρόγραμμα που ανακοίνωσε και ανέλαβε, με μια απαραίτητη -προσωπικής έμπνευσης- συμπλήρωση αυτού: την κριτική ανακάθαρση της ανακάθαρσής του?
Η κριτική μου βασίζεται στην εξής προσωπική διαπίστωση: Οι ανακαθαρτήριες de lege ferenda προτάσεις του Foutre προδίδουν αγαθές προθέσεις αλλά πάσχουν όσον αφορά τη μεθοδολογική τους θεμελίωση. Επειδή, ωστόσο, ανακάθαρση χωρίς μέθοδο δε γίνεται και επειδή o κριτικός λόγος περί μεθόδου μπορεί να βρεί ευήκοον ους στον αγαπητό Foutre που αναζητεί σταθερά την ποινική αλήθεια και μόνο, πιστεύω ότι τα posts που από σήμερα εγκαινιάζω και αποκαλώ κριτικά, θα του είναι εξαιρετικά χρήσιμα?Επισημαίνω, καταλήγοντας, ότι η κριτική της ανακάθαρσης θα μοιραστεί σε από καιρού εις καιρόν δημοσιεύσεις, λόγω έλλειψης χρόνου για μια συνολική επιχείρησή της και λόγω διάθεσης να μην αποτελέσει αυτή είδος προχειρόλογης απάντησης σε σκέψεις εκφρασμένες με αρκούντως σοβαρό τρόπο. Σήμερα θα ασχοληθώ με τα Foutrεια σχόλια που αφορούν (και κακοποιούν ερμηνευτικώς) το εισαχθέν με το ν. 3064 άρθρο 323Α ΠΚ. Επισημαίνω καταρχάς το foutreio σφάλμα κατά την αναγραφή του αριθμοδείκτη του άρθρου της Αρπαγής. Πρόκειται για το ά. 322 και όχι το ά. 323, που φέρει τον τίτλο ?Eμπόριο δούλων?. Μετά από διόρθωση αυτής της αβλεψίας, προχωρώ σε ουσιαστικές παρατηρήσεις? Η ερμηνευτική πρόταση του Foutre ως προς τη διάταξη 323Α ΠΚ υιοθετεί μια προκείμενη που γεννά πολλές και σοβαρές αντιρρήσεις. Πρόκειται για τη διαπίστωση σχέσης ειδικότητας (υπαλληλίας) μεταξύ της 322 ΠΚ και της πρόσφατης 323Α ΠΚ (σε κάποια σκέλη της ? δε θα αναφερθώ με ακρίβεια σε παραγράφους για να μην κουράσω τον αναγνώστη, παραπέμπω εδώ στο Foutre). Η σχέση ειδικότητας ως εργαλείο της δογματικής αφορά συνήθως (και κατά την κρατούσα γνώμη) τη σχέση ανάμεσα σε βασικά εγκλήματα και παραλλαγές τους ή εγκλήματα σύνθετα και συνθετικά τους και έχει ως σκοπό να διευκολύνει την ορθή εφαρμογή του νόμου βάσει γνωστού αξιώματος σε περιπτώσεις φαινομένης συρροής. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, ποιά από τις δύο παραπάνω θεωρητικές εκδοχές συντρέχει στην περίπτωση των 322 και 323Α ώστε να καταφάσκει ο Foutre σχέση υπαλληλίας; Είναι η εμπορία ανθρώπων προνομιούχος περίπτωση αρπαγής (τότε προς τι η foutreia διαμαρτυρία για την ποινή της 323Α παρ.1;); Είναι η 323Α σύνθετο έγκλημα με συνθετικό την αρπαγή; Αποφεύγοντας ο Foutre να απαντήσει σε αυτό το μείζον ερώτημα (και απομακρυνόμενος έτσι από τα ασφαλή θεμέλια ενός αποφάσκοντος την ειδικότητα επιχειρήματος, στηριζόμενου στην αυθεντία της κρατούσας γνώμης) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος κατορθώνει να ?αποδείξει? την ειδικότητα. O ισχυρισμός αυτός είναι βέβαια θεμιτός, γιατί o Foutre φέρνει στο προσκήνιο προς έλεγχο την ?απόδειξή? του?Μένει λοιπόν για τους ενδιαφερομένους, ο έλεγχος αυτής της ?απόδειξης?, κατά τον οποίο αποκαλύπτονται ουσιώδη μεθοδολογικά σφάλματα?Τα σφάλματα αυτά θα διευκρινιστούν παρακάτω, αφού προηγουμένως προβώ σε μια απαραίτητη επισήμανση: Απόδειξη στα νομικά (πλην της απόδειξης συνδρομής πραγματικών περιστατικών) δεν υπάρχει. Όταν μιλάμε για σχέσεις ειδικότητας μεταξύ διατάξεων, μιλάμε για ερμηνεία και η διάκριση ερμηνείας-απόδειξης είναι ουσιώδης. Αν λοιπόν η απόδειξη του Foutre προτείνεται ως απόδειξη, τότε αυτή είναι απλώς μη-απόδειξη. Αν πάλι είναι ερμηνεία, τότε αυτή είναι λανθασμένη γιατί αρνείται βασικούς κανόνες της νομικής μεθοδολογίας χωρίς να προτείνει και να εφαρμόζει άλλους. Εξηγούμαι: Πρώτος κανόνας που παραβιάζεται από τη foutreiα ερμηνεία είναι ο κανόνας της ορθής γλωσσικής ερμηνείας που επιτάσσει συμπόρευση της νομικής γλώσσας με την καθημερινή φυσική γλώσσα: Στην τελευταία, είναι άλλο πράγμα η αρπαγή και άλλο η εμπορία ανθρώπων, άλλο ο ?εξαναγκασμός σε ανοχή για την οποία δεν υποχρεούμαι? και άλλο ?η αφαίρεση των οργάνων του σώματος?. Για τον ομιλούντα την ελληνική καθημερινή γλώσσα αυτές οι λέξεις έχουν προφανώς άλλο νόημα (και καμία σχέση λογικής ειδικότητας: Δεν είναι η αφαίρεση οργάνου του σώματος κατ? ανάγκην είδος ανοχής για την οποία δεν υφίσταται υποχρέωση ενώ λ.χ. είναι το πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα). Γι? αυτό και η άποψη Foutre περι εννοιολογικού πλάτους της 322 που εμπερικλείει τις περισσότερες περιπτώσεις της 323Α δεν είναι απολύτως πειστική. Αφήνω, ωστόσο κατά μέρος την ένσταση μιας λανθασμένης γλωσσικής συνεκτίμησης των δύο διατάξεων από τον Foutre, και περνώ σε κριτική της συνολικής ερμηνευτικής του προσέγγισης. Ακόμη κι αν ο Foutre είχε δίκιο στη γλωσσική του ερμηνεία, δεν θα είχε δίκιο στη συνολική του ερμηνεία? Δεύτερος κανόνας που παραβιάζεται από τη foutreia πρόταση, είναι ο κανόνας της πλήρους ερμηνείας. Ως γνωστόν, το νόημα μιας διάταξης και τη σχέση της με άλλες δεν το αντιλαμβανόμαστε μόνο στο πλαίσιο του γλωσσικού-σημασιολογικού σκέλους του ερμηνευτικού ενεργήματος, αλλά με πραγματοποίηση και άλλων συλλογιστικών βημάτων: Μετά τη γλωσσική ερμηνεία, πρέπει να ακολουθεί ιστορικοβουλητική και λογικοσυστηματική προσέγγιση της διάταξης. Το foutreio λάθος εδώ είναι το εξής: Περιοριζόμενος ο Foutre στο γλωσσικό-σημασιολογικό σκέλος της ερμηνείας του, αναγνωρίζει ομοιάζουσα εννοιολογική διατύπωση των δύο διατάξεων σε υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η 323Α είναι ειδική ως προς την 322. Κατόπιν, αντί να αναχθεί ορθά στη βούληση του νομοθέτη ώστε να καταλάβει το νόημα της 323Α, διατυπώνει ένα λυρικού τόνου (για τα αυτιά μου) παράπονο: "Ο νομοθέτης σιωπά ως προς τη σχέση 323Α και 322!" Μολονότι θέλω να εκλάβω ως ρητορική τη Foutreiα απορία, είμαι αναγκασμένος να απαντήσω σε αυτή ότι ο νομοθέτης -εγγενώς- ουδεμία υποχρέωση έχει κατά τη θέσπιση νόμου να εξηγεί στον ερμηνευτή του δικαίου την ακριβή σχέση διατάξεων μεταξύ τους. Αφήνω το ότι η σιωπή της αιτιολογικής έκθεσης ίσως οδηγεί στη συγκρότηση ενός εύγλωττου a silentio επιχειρήματος που θα περιοριστώ να υποδείξω αλλά δεν θα μελετήσω αναλυτικά εδώ. Η διασαφήνιση της σχέσης διατάξεων από τον νομοθέτη είναι ευπρόσδεκτη όταν λαμβάνει χώρα αλλά δεν αποτελεί κάποιου είδους κανόνα προς χάριν απορούντων δογματικών στον οποίο δεσμεύεται ο νομοθέτης ?κατά τούτο αδίκως ανέμενε ο Foutre? Την ίδια στιγμή, όμως, το foutreio σφάλμα διευρύνεται επικίνδυνα σε αξιολογικό επίπεδο: Η επίκληση χωρίου της εισηγητικής έκθεσης κατά το οποίο η διάταξη 323Α θεσπίζεται ?ώστε να αντιμετωπίζονται πλέον οι απεχθέστερες περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων? είναι άκρως παραπλανητική, έτσι όπως εντάσσεται στο Foutreιο επιχείρημα. Γιατί, ο νομοθέτης, στο χωρίο αυτό της ΕισΕκθ και τα συμφραζόμενά του, δεν εκφράζει επ? ουδενί διάθεση σύγκρισης ανάμεσα στην κύρωση της αρπαγής και την κύρωση της εμπορίας ανθρώπων (όπως υπονοεί ο Foutre) ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αξιολογική αντινομία που προκύπτει από το θεσπισθέν τελικώς διαφορετικό πλαίσιο ποινής στις δύο διατάξεις?Το ?πλέον? στη φράση της ΕισΕκθ που αναφέρθηκε πιο πάνω, σημαίνει ?πια? και όχι, βέβαια, ?περισσότερο? ενώ το ?απεχθέστερες? δεν υπονοεί σύγκριση με άλλες εγκληματικές συμπεριφορές αλλά, προσδιορίζει τις ακολουθούσες σε παρένθεση στην ΕισΕκθ συγκεκριμένες μορφές εμπορίας ανθρώπων στις οποίες ο νομοθέτης θέλει να δώσει έμφαση. Κατά συνέπεια ο Foutre παρανοεί όταν πρεσβεύει ότι ο νομοθέτης ήθελε να τιμωρήσει αυστηρότερα από άλλες συμπεριφορές την εμπορία ανθρώπων και απέτυχε τελικώς με τη θέσπιση της 323Α να επιτύχει τον διακεκηρυγμένο σκοπό του? Ποια είναι λοιπόν η σωστή ιστορικοβουλητική ερμηνεία της διάταξης 323Α ΠΚ που λύνει αδικαιολόγητες απορίες και θέτει τέρμα σε τετριμμένες μομφές-καραμέλα του δογματικού κατά του (αδαούς, φλύαρου κ.λπ.) νομοθέτη (που προδίδουν μάλλον επαγγελματική ανασφάλεια του τελευταίου παρά εύλογη απορία του ενόψει της διάταξης); Αν προσέξει κανείς την εισηγητική έκθεση του νόμου, η 323Α εντάσσεται σε πλέγμα διατάξεων που έρχονται να καλύψουν περιπτώσεις καινοφανών εγκληματικών δραστηριοτήτων (κατά τούτο ο Foutre έχει ασφαλώς δίκιο). Οι συντάκτες του νόμου τονίζουν την σχέση της 323Α με την 323 (εμπόριο δούλων) αλλά και με διατάξεις πιο απομακρυσμένες συστηματικά, που όμως εντάσσονται στην ίδια νομοθετική πρωτοβουλία και δίνουν το στίγμα των προθέσεών της (π.χ. 351). Έτσι, προκύπτει επιχείρημα ex autoritate ότι ο νομοθέτης δεν επιθυμεί να συνδέσει τα άρθρα 322 και 323Α και το αυτό οφείλει να κάνει και ο δογματικός κατά την ερμηνεία του. Ας επισημανθεί εδώ κάτι: Για την κοινή ratio των διατάξεων ουδείς αμφιβάλλει, αφού προς απόδειξη αυτής αρκεί το συστηματικό επιχείρημα (ένταξή τους στο ίδιο κεφάλαιο, λόγω προσβολής του ίδιου εννόμου αγαθού). Άλλο όμως ratio legis και άλλο ειδικότητα διατάξεων. Εξάλλου το συστηματικό επιχείρημα που μόλις ανέφερα, έχει κι άλλες προεκτάσεις: Η εμπορία ανθρώπων ετέθη στον ΠΚ ως άρθρο 323Α (και όχι λ.χ. ως 322Α) αποκαλύπτοντας τη διάθεση του νομοθέτη να τη συνδέσει με την διάταξη 323 και όχι με την 322. Αν λοιπόν, θέλουμε ανακάθαρση de lege ferenda, θεμιτή πρόταση θα ήταν να αναδομηθούν από κοινού τα άρθρα 323 και 323Α και να τεθούν σε κοινό άρθρο με έννοια γένους την εμπορία ανθρώπων ?δεν υπάρχει ανάγκη όμως να μπει σε αυτόν τον χορό και το ά. 322. Προσθέτω εδώ, ότι αν ρίξει κανείς μια ματιά στο πλαίσιο ποινών που προβλέπεται στη διάταξη 323, θα δει ότι υπό αυτή την οπτική καμιά αξιολογική αντινομία δεν προκύπτει με τη θέσπιση της 323Α (αλλά, απλώς, θεμιτή διαφορετική κυρωτική απαξιολόγηση του εμπορίου ανθρώπων ανάλογα με το αν είναι δουλεμπόριο ή όχι)? Κλείνοντας την ανάλυσή μου θα ανασυγκροτήσω την κριτική μου συνοπτικά: Έχουμε λόγους να θεωρούμε ότι η 323Α δεν είναι ειδική ως προς την 322 (πάγιες ερμηνευτικές αρχές, επιχείρημα από τη γλωσσική ερμηνεία, λογικοσυστηματικό επιχείρημα και ιστορικοβουλητικό επιχείρημα). Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι η νομοτεχνική της διάταξης δεν δημιουργεί τόσο σοβαρά προβλήματα όπως ισχυρίζεται ο Foutre και ότι η εφαρμογή της από τον δικαστή πρέπει να γίνεται ευχερώς και χωρίς καταφυγή σε εννοιοκρατικές ακροβασίες (ειδικότητες κ.λπ.) κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού (ας μη δυσκολεύουμε τον εφαρμοστή με θεωρητικές προτάσεις τραβηγμένες "απ' τα μαλλιά"). Οι απαγωγές, πάλι, θα εξακολουθήσουν ως alia από την εμπορία ανθρώπων να τιμωρούνται κατά το ά. 322 ΠΚ, αυστηρότερα? Θεωρητικώς πάλι, η κριτική μου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην πρόταση αυτή της Foutreiaς ανακάθαρσης αφενός δεν ακολουθούνται ορθά οι κανόνες νομικής ερμηνείας, αφετέρου, παραγνωρίζεται η ουσιώδης ανάγκη σε μια ανακάθαρση να γίνονται τα πράγματα πιο σαφή (με πλήρη διαχωρισμό λ.χ. της εμπορίας από την αρπαγή και όχι με ταύτισή τους στην νέα προτεινόμενη συστηματική)... Το ?κλειδί? για την αξιολόγηση της διάταξης 323Α δεν είναι -μάλλον- η διάταξη 322 όπως υπέλαβε ο Foutre. Το ?κλειδί? για την αξιολόγηση της Foutrειας ανακάθαρσης, ωστόσο, μπορεί να βρίσκεται στην κριτική της μεθόδου της? Υ.γ. Ο όρος ανακάθαρση, που χρησιμοποιεί ο Foutre, για να ονομάσει το πρόγραμμά του, γεννά μια υποχρέωση στον ίδιο, που καλό είναι να (του) υπομνησθεί: Ανακάθαρση, αν αντιλαμβάνομαι καλώς, σημαίνει ανανέωση de lege ferenda στη βάση παραδοχής δεδομένων ερμηνευτικών αρχών και όχι θεωρητική δημιουργία νέου ΠΚ και νέας μεθοδολογίας (τούτο θα ήταν αντικατάσταση). Αν ο Foutre θέλει να μείνει πιστός στον όρο που εισήγαγε, πρέπει και να δεχτεί μια αρχή οικονομίας της ανακαθάρσεώς του (που περιέχεται στην ίδια την έννοια) και η οποία επιτάσσει να επιχειρείται ανακάθαρση, μόνο ως ?εσωτερική κριτική? δηλ. με αποδοχή των δογματικών προκειμένων του νόμου και των παραδοσιακών ερμηνευτικών αρχών της θεωρίας και με απλή κατάδειξη-επισήμανση ασυνεπειών και αντιφάσεων που λύνονται με κάποια ανακαθαρτήρια ερμηνευτική ή νομοθετική πρόταση. Δεν θα αποφύγω, ακόμη, τον πειρασμό να επισημάνω, ότι πολλά από τα foutreia σχόλια (λ.χ. τα περί σκοπιμότητας και προληπτικής αναγκαιότητας της ποινής) περιέχουν και μεταδογματική κριτική φιλοσοφικού χαρακτήρα στον νομοθέτη την οποία εγώ καλοσορίζω, αλλά στην οποία αναγνωρίζω μια άλλη αυτομάτως προκύπτουσα υποχρέωση: Ξεκάθαρες φιλοσοφικές προκείμενες που, φοβάμαι, ότι προς το παρόν λείπουν? |
|
|
|
29 Jun 2004, 15:30
Post
#14
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Εγκλήματα κατά της ζωής
Ου φονεύσεις, ουκ εξαμβλώσεις, ουκ εκθέσεις, αλλά λύτρωσον! Το διασημότερο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, εκείνο που ευρίσκεται στην καρδιά του ποινικού φαινομένου και δίνει ανά τους αιώνες τροφή στους διεστραμμένους ποινικολογικούς εγκεφάλους, δεν θα με απασχολήσει, ως εικός, ως προς τα θέματα που εκπήγασαν μεν ιστορικά από την μελέτη του, ανήκουν όμως στο Γενικό Μέρος, όπως κατ? εξοχήν η αιτιότητα ή η παράλειψη. Αντιθέτως, θα σταθώ με περισσότερο ενδιαφέρον σε κάποια ζητήματα που σχετίζονται με την συστηματική των διατάξεων, αλλά και με επιμέρους ερμηνευτικά προβλήματα, χωρίς να προτίθεμαι να καλύψω φυσικά όλη την αχανή ύλη του κεφαλαίου. Καθ? όσον αφορά τα άρ. 299 επ. ΠΚ θα προτάξω μια γλωσσική παρατήρηση, ασήμαντη ερμηνευτικά βέβαια, αλλά νομίζω αναγκαία: το ρήμα που εκφράζει την πράξη που τυποποιεί το πραγματικό ενός κανόνα δεν επιτρέπεται να είναι διατυπωμένο σε χρόνο αόριστο, ως εάν ο κανόνας αφορούσε το παρελθόν, αλλά η δόκιμη σύνταξη, νομίζω, είναι σε υποτακτική αορίστου, ώστε να σχηματίζεται αναφορικοϋποθετική πρόταση, η οποία μαζί με την απόδοση να εκφράζει το προσδοκώμενο, την κανονιστική προσδοκία δηλαδή που εκφράζει διά της θέσεώς του ο κανόνας. Συνεπώς, όχι «όστις απέκτεινε?», αλλά «όστις αποκτείνη?». Μετά από αυτήν την στενόκαρδη μεμψιμοιρία, θα περάσω σε ένα πολύ ουσιαστικό ζήτημα ερμηνείας της ΠΚ 299, το οποίο έχει και εξαιρετικό πρακτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται όχι τόσο για το πρόβλημα του πότε υφίσταται ο περιβόητος βρασμός ψυχικής ορμής (άλλη παράδοξη έκφραση, όχι και πολύ διαφωτιστική μετάφραση του aufwallende Gemütsbewegung), αλλά του εάν χρειαζόμαστε ένα συναισθηματικό κριτήριο για την διάκριση των δύο μορφών της ανθρωποκτονίας, φόνου και αναιρέσεως κατά το παλαιό δίκαιο. Η άποψή μου είναι μάλλον αρνητική, διότι τα συναισθήματα μπορούν να έχουν πολλές αιτίες, όχι πάντοτε ηθικά ανεκτές ή κοινωνικά κατανοήσιμες, ενώ ούτε η απουσία συναισθημάτων πρέπει οπωσδήποτε να απαξιολογείται. Στο κάτω κάτω της γραφής το δίκαιο δεν δικαιούται να αξιώνει κατ? ουσίαν την γέννηση ωρισμένων συναισθημάτων στον ψυχικό κόσμο του δράστη. Εκείνο όμως που μπορεί και επιβάλλεται να γίνει αντικείμενο δικαϊκής αξιολόγησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τον απαγορευτικό κανόνα είναι η ευθεία αναγωγή στα κίνητρα του δράστη. Η εκτίμηση των κινήτρων θα μπορούσε να συμβεί βέβαια με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, θα μπορούσε ο κανόνας να αναγορεύει κάποια κίνητρα, π.χ. οικονομικά, σε αποδοκιμαστέα ή, αντί να εκθέτει λεπτομερώς ποια κίνητρα επιβραβεύονται, να παραπέμπει σε κάποιο άλλο αξιολογικό σύστημα, εσωτερικό, όπως το ίδιο το Ποινικό Δίκαιο, ή και εξωτερικό, όπως οι κρατούσες θρησκευτικές αντιλήψεις. Πέραν βεβαίως των προφανών συνταγματικών προβλημάτων που παρουσιάζει η θρησκευτική λύση, προκρίνω την άποψη ότι η παραπομπή θα πρέπει να γίνεται σε ένα εξωτερικό αξιολογικό σύστημα: την ηθική. Εδώ είναι πολλές οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν, από τον κίνδυνο του ηθικισμού έως την αοριστία του συστήματος, η οποία δεν του επιτρέπει να αποτελέσει σημείο αναφοράς. Έχω κάποια επίγνωση αυτών των δυσκολιών, είναι όμως σημαντικώτερο να αναληφθεί αυτός ο κίνδυνος, προκειμένου στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία, στο κατ? εξοχήν δηλαδή έγκλημα, να αποκτήσουν αποφασιστική σημασία οι ηθικές αντιλήψεις των κοινωνών του δικαίου και να κριθεί το ζήτημα στον εκάστοτε στίβο των ιδεών. Δεν έχω έτοιμες συνταγές για την σχέση των δύο μορφών ανθρωποκτονίας, ποια δηλαδή θα αποτελεί τον κανόνα και ποια την εξαίρεση, ζήτημα με προφανή σημασία ως προς την προβολή αυτοτελών ισχυρισμών και την υποχρέωση αιτιολογήσεως, ούτε ως προς το πώς θα ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της αρχής της σαφήνειας των ποινικών ορισμών (nullum crimen sine lege certa). Ως βάση συζήτησης προτείνω όμως μια διατύπωση του τύπου «Όστις αποκτείνει έτερον, τιμωρείται δι? ισοβίου καθείρξεως. Όστις αποκτείνη έτερον εξ ηθικών κινήτρων, τιμωρείται διά προσκαίρου καθείρξεως» (ενώ δηλαδή για την αναγνώριση ελαφρυντικού η προϋπόθεση είναι αρνητική, τα μη ταπεινά αίτια, για την συγκρότηση της «ελαφράς» ανθρωποκτονίας τα κίνητρα θα πρέπει να έχουν θετικό ηθικό χαρακτήρα, ώστε να απορροφάνε τρόπον τινά μέρους του αδίκου της πράξεως). Τα εγκλήματα των άρ. 300 και 301 αφορούν κατ? ουσίαν τα αντικειμενικά όρια της συναίνεσης και γι? αυτό θα τα παρακάμψω επί του παρόντος, επιφυλασσόμενος για σχολιασμό στην συνέχεια της Ανακαθάρσεως! Το άρ. 303 ΠΚ πρέπει να διαγραφεί. Πρόκειται για απολίθωμα άλλων εποχών, με μηδαμινή πρακτική σπουδαιότητα και, το κυριώτερο, εισάγει εξαιρετικά επιεική μεταχείριση της παιδοκτόνου, δίνοντας την απαράδεκτη εντύπωση ότι ο νομοθέτης θεωρεί το τικτόμενο ή το άρτι τεχθέν ως σχεδόν άνθρωπο και όχι ως πλήρη. Πράγματι, η ποινή της ΠΚ 303 είναι ενδιάμεση, κείμενη μεταξύ της φυλακίσεως έως ενός έτους της ΠΚ 304 παρ. 3 και της ισόβιας κάθειρξης της ΠΚ 299. Εάν σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση όντως ο βιολογικός παράγων άσκησε τόσο καταστρεπτική επιρροή, η εφαρμογή της ΠΚ 36 περί ηλαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν αρκεί. Κλείνω με ένα σχόλιο για την παράλειψη λυτρώσεως του άρ. 307 ΠΚ. Η ποινική διάταξη της αγάπης είναι επιδοκιμαστέα ιδεολογικά, και μάλιστα επιβάλλεται η βασική της σκέψη να μεταφερθεί και σε άλλου είδους προσβολές. Όποιος π.χ. παρατηρεί απαθής έναν βιασμό ή μια βαρεία σωματική βλάβη, όπως έναν ακρωτηριασμό, δεν ικανοποιεί το ελάχιστο της κοινωνικής αλληλεγγύης, το οποίο συνταγματικώς δικαιούται ο ποινικός νομοθέτης να αξιώσει. Άλλωστε, και εξ επόψεως προστασίας βασικών εννόμων αγαθών νομίζω ότι δικαιολογείται ένας στοιχειώδης περιορισμός της ελευθερίας, ο οποίος μπορεί να συνίσταται σε μια απλή τηλεφωνική κλήση στην αστυνομία (προσοχή: το έγκλημα είναι συμπεριφοράς, όχι αποτελέσματος!). Εκείνος που παραλείπει και αυτό το ελάχιστο δεν είναι αγενής ή κακότροπος, είναι εγκληματίας. Μην χάσετε στο επόμενο συγκλονιστικό τεύχος: Τραβάτε με κι ας κλαίω! Ή: Ήθελές τα κι έπαθές τα! Δηλαδή, επί το σοφολογιεπιστημονικώτερον: «Όροι και όρια της συναινέσεως εν τω ποινικώ δικαίω. Δοκιμή δογματικής αποσαφηνίσεως». -------------------- |
|
|
|
18 Jul 2004, 04:55
Post
#15
|
|
|
Level V ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Members Posts: 102 Joined: 23-May 02 Member No.: 608 |
Η ?κριτική ανακάθαρση της ανακάθαρσης? θα συνεχίσει με την παρούσα δημοσίευση μετά από πάροδο εύλογου χρόνου. O στόχος του παρόντος κριτικού αποσπάσματος θα είναι διττός: Αφενός επιθυμώ να καταδείξω την ανεπάρκεια και την κυκλικότητα που βρίσκω ότι χαρακτηρίζουν την επιχειρηματολογία σε μια από τις πρώτες προτάσεις του αγαπητού Foutre, εκείνη περί της ?απεγκληματοποίησης της εξύβρισης?. To θέμα έχει κατά τη γνώμη μου μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί de lege ferenda προτάσεις όπως η συγκεκριμένη (απεγκληματοποίηση της εξύβρισης) έχουν την ιδιότητα να «κερδίζουν» νομικούς και μη, βρίσκοντας συνήθως ευρεία απήχηση λόγω της φιλελεύθερης και προοδευτικής χροιάς που τις χαρακτηρίζει: Αυτό το γεγονός, όμως, καθιστά συχνά δευτερέυουσα την υποβολή τους στην αυστηρή βάσανο της νομικής σκέψης, η οποία θα όφειλε να προέχει.
Ως δεύτερο παράλληλο στόχο θα ήθελα να θέσω με αυτή μου την κριτική την καταφορά ενός καίριου πλήγματος σε μια από τις παραδοσιακές ιερές αξίες των ποινικολόγων την οποία και ο Foutre μοιάζει να ασπάζεται με ευλάβεια? Πρόκειται για την περίφημη αρχή του Ultimum Refugium, που στηρίζει, άλλωστε, τη συγκεκριμένη περί απεγκληματοποίησης της εξύβρισης πρόταση αλλά και υποφώσκει σε όλες τις αναπτύξεις του Foutre διαδραματίζοντας το ρόλο ανακαθαρτηρίου αξιώματος μη υποκειμένου σε αμφισβήτηση. Θα θεωρούσα, λοιπόν, επιτυχία και «ουσιαστική αποπεράτωση» της παρούσας κριτικής μου την καλλιέργεια στον καλόπιστο αναγνώστη βασανιστικής αμφιβολίας ως προς τη μεθοδολογική αξία της εν λόγω αρχής, την οποία παγίως επικαλούνται οι ποινικολόγοι προς επίρρωσιν επιχειρημάτων τους χωρίς και να πείθουν ότι συνειδητοποιούν επαρκώς τη φύση, τα όρια και τους όρους εφαρμογής της (Ο Foutre μάλιστα υπερθεματίζει σε ρομαντικούς τόνους: Η αρχή αυτή δεν αποτελεί κενή και κοινή ωραιολογία?) Ας δούμε, λοιπόν, στο φως μιας αυστηρής λογικής ανάλυσης το foutreio επιχείρημα στο συγκεκριμένο θέμα: Αποτελείται από τρεις προκείμενες και το συμπέρασμα περί του δέοντος της απεγκληματοποίησης της εξυβρίσεως. Η ?κατάστρωση μείζονος προτάσεως? για την οποία κάνει λόγο ο Foutre είναι ασφαλώς μεταφορική, αφού μέρος αλλά και το συμπέρασμα του foutreiου επιχειρήματoς ανήκει και εκφράζεται στη νομική μεταγλώσσα -επομένως καμιά από τις προκείμενες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μείζων και καμία ελάσσων. Το επιχείρημα λοιπόν είναι το ακόλουθο: 1. Αρχή Ultimum Refugium ποινικού δικαίου ως επιταγή με συνταγματική περιωπή που δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη 2. Έλλειψη κοινής συνείδησης περί του εγκληματικού αδίκου της εξύβρισης=Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα κάτι που όλοι κάνουν 3. Ανάγκη μείωσης του φόρτου των δικαστηρίων=Δεν πρέπει να απασχολούμε τα ποινικά δικαστήρια με υποθέσεις ελάσσονος σημασίας __________________________________________________________________ Συμπέρασμα: Η εξύβριση (ως κοινωνική συμπεριφορά ελάσσονος απαξίας) πρέπει να απεγκληματοποιηθεί. Μολονότι οι τρεις προκείμενες καλύπτουν εξίσου την ανάγκη της ρητορικής επάρκειας του επιχειρήματος, είναι προφανής η διαφορετική καταγωγή, ποιότητά και συμβολή καθεμιάς από αυτές στη στήριξη του συμπεράσματος: Η πρώτη αποτελεί μια μετανομική πρόταση σχετικά με μια δεοντολογική αρχή της νομοθέτησης (αλλά και σχετικά με την ανάγκη συνέπειας του συστήματος της έννομης τάξης), η δεύτερη μια εμπειρική πρόταση κοινωνιολογικού περιεχομένου στηριγμένη(?) στην παρατήρηση και η τρίτη μια στάθμιση δικαιοπολιτικού χαρακτήρα. Θα ξεκινήσω την κριτική τους ανακάθαρση με πορεία από την 3 προς την 1. Στην 3 ο Foutre ισχυρίζεται ότι είναι ανάγκη να μειωθεί ο φόρτος του Έλληνα ποινικού δικαστή με αποκλεισμό από την δέουσα να τον απασχολεί ύλη συμπεριφορών που συνίστανται λ.χ. σε υβριστικές χειρονομίες που λαμβάνουν χώρα καθημερινώς μεταξύ πολιτών και θυμίζουν συμπεριφορά μαθητών δημοτικού. Είναι προφανής εδώ η λήψη του ζητουμένου στην οποία υποπίπτει ο Foutre, καθώς η 3 αντί να δικαιολογεί το συμπέρασμα, δικαιολογείται από αυτό. Κι αυτό γιατί η 3 εμπεριέχει υπόρρητη παραδοχή ότι οι εξυβρίσεις συνιστούν συμπεριφορές ήσσονος απαξίας, παραδοχή όμως η οποία υπάρχει και στο foutreio συμπέρασμα. Με απλά λόγια: Αν έχουμε ήδη αποφασίσει ποια ύλη πρέπει να αποκλειστεί προς μείωση του φόρτου των ποινικών δικαστηρίων δηλ. ποια ύλη είναι ήσσονος σημασίας, τότε η απόφασή μας αυτή (ως προκείμενη 3, πια) περιέχει και το συμπέρασμά μας ότι η εξύβριση θα έπρεπε να απεγκληματοποιηθεί ως ?κάτι κακό, έγκλημα όμως σε καμία περίπτωση?. Η petitio principii που πλήττει στο σημείο αυτό ανεπανόρθωτα το foutreio επιχείρημα, είναι τώρα ?νομίζω- προφανής? Συνεχίζω με την προκείμενη 2: Σε αυτή ο Foutre ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κοινή συνείδηση περί του εγκληματικού χαρακτήρα της εξύβρισης στο κοινωνικό σύνολο, αφού ?δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα κάτι που όλοι κάνουν?. Δεν γνωρίζω ποια δημοσκόπηση ?και αν- διεξήγαγε ο Foutre προς πορισμό αυτής της προτάσεώς του, αλλά είναι προφανές ότι η τελευταία πόρρω απέχει από το να είναι καλά θεμελιωμένη. Κατ? αρχάς είναι άλλο το ?όλοι βρίζουν? και άλλο το ?όλοι ανέχονται να τους βρίζουν? (για το δεύτερο ο Foutre σιωπά). Το επαγωγικό επιχείρημα που θα ήταν ικανό να στηρίξει αυτή τη δεύτερη πρόταση (και πάλι καθιστώντας την όχι αληθή αλλά απλώς ισχυρά πιθανή ως προς την αλήθεια της!) θα απαιτούσε να ερωτηθεί ένα μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα κοινωνών σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται μια εξύβριση, διαδικασία στην οποία εικάζω ότι ουδέποτε ενεπλάκη ο Foutre. Αν, ωστόσο, έχει ο αγαπητός μου φίλος υπόψη του σχετικές κοινωνιολογικές ή εγκληματολογικές έρευνες, καλό θα ήταν να τις αναφέρει ώστε να μην με κυνηγούν στο μέλλον Ερινύες περί άδικης μομφής εναντίον του συλλογισμού του?Φοβάμαι, πάντως, ότι η ?ποινική θεωρητικολογία του καναπέ? σχετικά με ζητήματα που -ευτυχώς- επιτρέπουν τον εμπειρικό τους έλεγχο είναι άκρως επικίνδυνη, ιδίως όταν πρόκειται να στηρίξει επιχειρήματα αντεγκληματικής πολιτικής de lege ferenda. Με άλλα λόγια ?και πιστεύω ότι ο Foutre δεν θα έχει σοβαρή αντίρρηση στο να προσυπογράψει: Το ποινικό δόγμα ?όχι μόνο δύναται αλλά και οφείλει να εμπλουτισθή δι εγκληματολογικών δεδομένων!? Με την αδρανοποίηση και της 2, καταλήγω στην προκείμενη 1 που είναι και η μόνη που έχει ως τώρα παραμείνει αλώβητη: Αυτή μας λέει ότι υπάρχει μια γενική αρχή του δικαίου η αρχή του εσχάτου καταφυγίου (στο εξής για συντομία: UR-αρχή) με συνταγματικό έρεισμα, η οποία και θεμελιώνει ως πρωταρχική σκέψη το συμπέρασμα του δέοντος της απεγκληματοποίησης της εξύβρισης. Ο Foutre, μάλιστα, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αρχή αποτελεί εξειδίκευση της αρχής της αναλογικότητας και παλλάδιο του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (ά. 5§1 Σ)!! Η μεγάλη παρεξήγηση που ?κατά τη γνώμη μου- παρέσυρε και τον Foutre στο να εκλάβει την UR-αρχή ως πρόσφορη να αποτελέσει κατευθυντήρια σκέψη και βασικό κριτήριο της ανακάθαρσής του έγκειται στην υπερτίμηση της μεθοδολογικής της αξίας και την ταυτόχρονη υποτίμηση της ανάγκης για αναλυτικότερη προσέγγιση της φύσης της σε όλα τα ελληνικά θεωρητικά έργα ποινικού δικαίου που είμαι σε θέση να γνωρίζω? Με άλλα λόγια, η UR-αρχή προβάλλεται παγίως στη θεωρία σα να πρόκειται για έναν άχρονο και ανιστορικό, αμετάβλητο δεοντολογικό κανόνα της ποινικής νομοθέτησης ενώ ?όπως ισχυρίζομαι- μπορεί εύκολα να καταδειχθεί ότι πρόκειται για έναν εντελώς κενό τύπο (formula) που χωράει τα πάντα και γεμίζει κατά καιρούς από ποικίλα διαφορετικά ιδεολογικά περιεχόμενα. Για παράδειγμα, την ίδια UR-αρχή που επικαλείται ο Foutre προς ενίσχυση του επιχειρήματος περί απεγκληματοποίησης της εξύβρισης, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος ως προκείμενη σε επιχείρημα περί του δέοντος της απεγκληματοποίησης των απλών σωματικών βλαβών ?την ίδια επίσης αρχή θα είχε πιθανότατα χρησιμοποιήσει σε νομοπαρασκευαστικές συζητήσεις και ο ποινικός νομοθέτης του 1950 (σε ένα πολύ πιο συντηρητικό κλίμα βέβαια) για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό κάποιων συμπεριφορών από τιμώρηση. Εφόσον, λοιπόν, η UR-αρχή λαμβάνει το εκάστοτε περιεχόμενό της και εξειδικεύεται βάσει του γενικότερου, περιρρέοντος ιδεολογικού στοιχείου της δεδομένης ιστορικής εποχής, η αξία της ως εργαλείου μειώνεται σημαντικά. Τα πράγματα, κατά συνέπεια, θα έχουν περίπου ως εξής: το ιστορικο-κοινωνιολογικό και ιδεολογικό στοιχείο της εποχής και οι γενικότερες αντιλήψεις θα καθορίζουν ποιες συμπεριφορές θα αξιώνουν θεμιτά την έσχατη καταφυγή του νομοθέτη στο μέσο της ποινής και ποιες όχι, η UR-αρχή απλώς θα εκφράζει το εκάστοτε διαφορετικό αυτό περιεχόμενο χωρίς να λέει τίποτε βαθύτερο και ουσιαστικότερο σε θεωρητικό επίπεδο και άρα θα αδυνατεί να σχηματίσει μια ουσιαστική (δηλ. αυτοτελή ως προς το πληροφοριακό περιεχόμενο της) προκείμενη σε de lege ferenda επιχείρημα. Η δε χρήση της UR-αρχής σήμερα (με απόδοση σε αυτή ενός συγχρόνου περιεχομένου ?κατά το οποίο λ.χ. θεωρείται ελάσσων η απαξία της εξύβρισης) προς επίκριση ή ανατροπή νομοθετικών επιλογών του παρελθόντος που θεμελιώθηκαν επίσης στην UR-αρχή (και το ιδεολογικό περιεχόμενο που είχε εκείνη τότε εκφράσει, λ.χ. τη θεώρηση ως αρκούντως εγκληματικής της εξύβρισης ώστε να δικαιολογείται γι΄ αυτή η έσχατη καταφυγή στο μέσο της ποινής) θα είναι εξεχόντως προβληματική ως αξιολογικώς ασύμμετρη και μεθοδολογικώς αναχρονιστική! Με πιο απλά και σύντομα λόγια μπορεί κανείς να πει το εξής: Το να επικαλούμαι σήμερα τη UR αρχή για να απεγκληματοποιήσω στο παρόν κάτι που εγκληματοποίησα στο παρελθόν επικαλούμενος την ίδια ακριβώς αυτή αρχή, συνιστά μια κατάφωρα κυκλική διαδικασία. Παρά τα λεγόμενα του Foutre, λοιπόν, η αρχή του εσχάτου καταφυγίου δεν μου φαίνεται ικανή να συγκροτήσει αυτοτελή προκείμενη σε ένα de lege ferenda επιχείρημα, εφόσον, εγγενώς, ταυτόχρονα προς την επίκλησή της διενεργείται και μια ad hoc ερμηνεία και εξειδίκευσή της προς όφελος του συμπεράσματος του συγκεκριμένου επιχειρήματος! Περαιτέρω, η συνταγματική περιωπή της UR-αρχής (η οποία είναι, νομίζω, κάπως θολή!) δεν δικαιώνει δίχως άλλο την οποιαδήποτε ερμηνεία της αρχής του εσχάτου καταφυγίου: Δεν σημαίνει λ.χ. ότι η τιμώρηση από ελληνικό ποινικό δικαστήριο σήμερα ενός Έλληνα πολίτη για εξύβριση που διέπραξε θα μπορούσε να κριθεί αντισυνταγματική λόγω πρόσκρουσης της διάταξης 361 ΠΚ στη συνταγματικής περιωπής αρχή του εσχάτου καταφυγίου του ποινικού δικαίου, ?που εξειδικεύει την αρχή της αναλογικότητας και αποτελεί το παλλάδιο του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας?!! Ο Foutre θέλοντας να δώσει έμφαση στη θέση του συγχέει στο σημείο αυτό το ζήτημα της όποιας δεσμευτικότητας της UR-αρχής (ως θεμελιούμενου στο Σύνταγμα δεοντολογικού κανόνα για τη μελλοντική νομοθέτηση) με το ζήτημα της δυνατότητας κήρυξης αντισυνταγματικότητας μιας συγκεκριμένης, ισχύουσας για χρόνια ποινικής διάταξης λόγω πρόσκρουσης στη UR-αρχή! Μπορεί στο σημείο αυτό, εύλογα κανείς να αναρωτηθεί παραφράζοντας τους στίχους του ποιητή?Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς UR-αρχή; Η αρχή αυτή ήταν μια κάποια λύσις? Θα προσπαθήσω αμέσως να δώσω μια απάντηση σε αυτό το αγωνιώδες ερώτημα που θα στοιχειώνει στο εξής τα καλοκαιρινά βράδια του Foutre? Μπορούμε (να η πρότασή μου!) να μεταχειριζόμαστε τη UR-αρχή σε θεωρητικό επίπεδο ως μια ?ρυθμιστική αρχή οικονομίας? με το ακόλουθο περιεχόμενο: Είναι -γενικά και αόριστα- καλό, να αποφεύγεται de lege ferenda η νομοθετική αύξηση των εγκλημάτων χωρίς αποχρώντα λόγο! Θα έλεγα ότι μια τέτοια ερμηνεία της αρχής του εσχάτου καταφυγίου θα καθιστούσε αυτή περίπου ανάλογη με το γνωσιολογικό αξίωμα που είναι γνωστό στις φυσικές επιστήμες και τη φιλοσοφία ως ?το ξυράφι του Όκκαμ? - θα μπορούσα μάλιστα εδώ, προκειμένου να ικανοποιήσω και τη foutreia λατινολαγνεία, να δώσω στη UR-αρχή την ανάλογη διατύπωση: Delicta non sunt multiplicanda praeter necessitatem. Σε μια τέτοια εκδοχή, η χρήση της UR-αρχής για τη θεμελίωση απεγκληματοποιήσεων (δηλ. η χρήση προς την κατεύθυνση του παρελθόντος) δε θα είναι πρόσφορη, εφόσον η UR-αρχή θα στρέφεται στο μέλλον και δεν θα μπορεί να στηρίξει κριτική νομοθετικών επιλογών του παρελθόντος για τη θεμελίωση των οποίων ίσως και να είχε χρησιμεύσει κάποτε η ίδια! Προς την κατεύθυνση των απεγκληματοποιήσεων, τότε, θα αρκούσε να επικαλεστεί κανείς προκείμενες περιέχουσες συμπεράσματα προσήκουσας κοινωνιολογικής-εγκληματολογικής έρευνας περί του ζητουμένου και θα περίττευε η προσπάθεια ενίσχυσης αυτών με τη βοήθεια κάποιας σταθερής απεγκληματοποιητικής λογικής, (περί των αρχών της οποίας θα ήταν εξ ορισμού δύσκολο κατά τη γνώμη μου να εξασφαλιστεί μια ευρεία διυποκειμενική συμφωνία?) Στην κατεύθυνση του μέλλοντος, πάλι, η UR-αρχή θα μπορούσε να δρα ρυθμιστικά σε όλη την έκταση της ποινικής νομοθέτησης δεσμεύοντας τις επιλογές και αποφάσεις των αρμοδίων και ?ίσως- αποτελώντας έγκυρη προκείμενη σε επιχείρημα κριτικής νόμων που εγκληματοποίησαν συμπεριφορές παρακάμπτοντάς την αδικαιολόγητα? Δε θα αναλύσω εδώ περισσότερο λεπτομερώς τη νέα θεώρηση της UR αρχής, που προτείνω. Ο στόχος μου ήταν να διαγράψω σε αδρές γραμμές μια θεωρητική της αντιμετώπιση που θα μας προφυλάσσει από κραυγαλέα λογικά σφάλματα, τόσο συνήθη στις επιχειρηματολογίες ημών (και παλαιοτέρων και μεγαλυτέρων! ποινικολόγων) ώστε σπανίως να τα αντιλαμβανόμαστε? Κλείνω λοιπόν το κριτικό μου απόσπασμα και υπόσχομαι ότι θα επανέλθω -σύντομα- με νέα σχόλια?Χαίρε (ή μήπως τρέμε;) Foutre, ω μελε ταν! |
|
|
|
14 Oct 2004, 20:47
Post
#16
|
|
![]() Level VI ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Members Posts: 149 Joined: 19-February 04 Member No.: 2.777 |
Αγαπητέ μου Foutre,
Είναι βεβαίως άκαιρο πλέον να καταθέσω ορισμένες κριτικές επισημάνσεις επί του μείζονος ζητήματος της δικαιοπολιτικής βάσης της διάταξης του καλού Σαμαρείτη και συνεπώς θα αποτάξω με πόνο ψυχής τις δαιμονικές τάσεις που με ωθούν προς το -κατά τ' άλλα- θεάρεστο τούτο έργο. Αναμένω όμως με αγωνία τα περί συναίνεσης ("σφάξε με αγά μου να αγιάσω"...) και ιδίως ασφαλώς τα περί συναίνεσης στο χώρο των εγκλημάτων κατά της ζωής -αυτό ήταν όντως συγκεκαλυμμένη απειλή για όσους έχουν χρείαν διευκρινήσεως. Εν ολίγοις διά της παρούσης γνώστοποιώ και σ' εσένα και στον αγαπητό μας -sic transit gloria mundi- Garett ότι η μακρά περίοδος σιωπής (ή μήπως φίμωσης λεβεντοειδούς μορφής) μου, η οποία οδήγησε στην γνωστή σε όλους τους συναδέλφους ασυδοσία, έληξε. Γνωρίζω ότι επί του παρόντος ασχολείστε αμφότεροι με άλλα καινούρια (και όμορφα ελπίζω) πράγματα μα γρηγορείτε! Ήγηκεν γαρ η μήτηρ των μαχών! Η φωνή από τον Άδη ή κατά Foutre (τιμής ένεκεν): Ο Άρχοντας του Σκότους Και για την αντιγραφή Titus Andronicus -------------------- Mundus vult decipi, ergo decipiatur
|
|
|
|
8 Dec 2004, 05:48
Post
#17
|
|||
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Επειδή η ήσσων προσπάθεια αποτελεί φυσική επιταγή, επειδή δηλαδή τα έχω ξαναγράψει: http://www.greeklaws.com/fora/index.php?showtopic=582 -------------------- |
||
|
|
|||
25 Jul 2005, 04:20
Post
#18
|
|
|
Level X ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Prominent Members Posts: 838 Joined: 31-January 02 From: Αθήνα/Πάτρα Member No.: 37 |
Μετά από ικανή αγρανάπαυση, θα ήθελα να ξαναπιάσω το νήμα της ανακαθάρσεως ανάποδα: οριζόντια αντί κάθετα. Όχι κατά κεφάλαια, αλλά διατρέχοντας τον Ποινικό Κώδικα.
Πρώτα όμως θα παρουσιάσω το κριτήριο βάσει του οποίου θα εξετάσω τις καθ? εκάστην ρυθμίσεις. Η λυδία λίθος που θα μας αποκαλύψη αν ο Κώδικας είναι χρυσός ή άνθραξ είναι η αρχή της βλάβης (neminem laede): απαγορεύεται η εγκληματοποίηση όταν α) δεν προκαλείται προσβολή εννόμου αγαθού, βλάβη δηλ. ή διακινδύνευση (αρχής της βλάβης εν στενή εννοία), ή β) υπάρχει μεν προσβολή, αυτή όμως δεν εξικνείται μέχρι του βαθμού εκείνου που είναι αναγκαίος για να δικαιολογηθή η επέμβαση του Ποινικού Δικαίου (αρχή της επικουρικότητας). Η αρχή αυτή έχει συνταγματική θεμελίωση στο άρ. 5 παρ. 1 Συντ. κατά το μέτρο που εγγυάται την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνη ότι το κράτος δεσμεύεται να μην θεσπίζη κατ? αρχήν απαγορεύσεις, εκτός εάν προσβάλλονται δικαιώματα άλλων (το άρ. 5 εντάσσει βέβαια στον τριαδικό του περιορισμό και τα «χρηστά ήθη», υπονοώντας ότι μπορεί να αρκή προσβολή των χρηστών ηθών που δεν συνοδεύεται από προσβολή άλλου. Τέλος πάντων). Ενίοτε η αρχή της βλάβης ως κριτήριο εγκληματοποίησης ενισχύεται από άλλα συνταγματικά δικαιώματα, ειδικώτερες εκφάνσεις του γενικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας, όπως είναι ιδίως η ελευθερία έκφρασης και η θρησκευτική ελευθερία. Μετά ταύτα, οι ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα τελούν σε δυσαρμονία, μεγαλύτερη ή μικρότερη με την αρχή της βλάβης: Προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας (άρ. 135) Προσβολή της διεθνούς ειρήνης της χώρας (άρ. 140-141) Προσβολή συμβόλων ξένου κράτους (άρ. 155) Περιύβριση της Βουλής (άρ. 156 παρ. 3) Εξαπάτηση εκλογέων (άρ. 162) Παραβίαση της μυστικότητας της ψηφοφορίας (άρ. 163) Θρασύτητα κατά της αρχής (άρ. 171) Απόδραση κρατουμένου (άρ. 173) Αντιποίηση στολής (άρ. 176) Προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους (άρ. 181) Διέγερση (άρ. 183) Εγκωμιασμός κακουργήματος (άρ. 185) Πρόκληση και προσφορά σε τέλεση πλημμελήματος (άρ. 186 παρ. 2) Διατάραξη της ειρήνης των πολιτών (άρ. 190) Διασπορά ψευδών ειδήσεων (άρ. 191) Δημόσια πρόκληση ή διέγερση σε βιαιοπραγίες ή αμοιβαία διχόνοια (άρ. 192) Κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος (άρ. 196) Κακόβουλη βλασφημία (άρ. 198) Καθύβριση θρησκευμάτων (άρ. 199) Τέλεση υβριστικά ανάρμοστων πράξεων σε τόπο ωρισμένο για θρησκευτική συνάθρροιση (άρ. 200 παρ. 2) Περιύβριση νεκρών (άρ. 201) Απεργία δημοσίων υπαλλήλων (άρ. 247) Αιμομιξία (άρ. 345) Ασέλγεια μεταξύ συγγενών (άρ. 346) Ασέλγεια παρά φύσιν (άρ. 347) Διευκόλυνση ακολασίας άλλων (άρ. 348) Εκμετάλλευση πόρνης (άρ. 350) Πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις (άρ. 353) Διγαμία (άρ. 356) Εξύβριση (άρ. 361) Προσβολή της μνήμης νεκρού (άρ. 365) Παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (άρ. 370Α) Καταστολή φθορών που προκαλούν το κοινό αίσθημα (άρ. 384Α) Παραπλάνηση σε χρηματιατηριακές πράξεις (άρ. 406) Επαιτεία (άρ. 407) Με άλλα λόγια επί συνόλου περίπου 270 άρθρων του Ειδικού Μέρους (πλην πταισμάτων, με τα οποία δεν καταδέχομαι να ασχοληθώ) θα καταργούσα 36. Μαζί με μερικά ακόμα που πρέπει να καταργηθούν για άλλους λόγους (π.χ. μονομαχία, παιδοκτονία κ.λπ.) θεωρώ ότι ένα ποσοστό 15-20% του Κώδικα είναι για πέταμα. Είμαι επικίνδυνος! -------------------- |
|
|
|
12 Sep 2005, 01:11
Post
#19
|
|
|
Level V ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Members Posts: 102 Joined: 23-May 02 Member No.: 608 |
Είσαι, είσαι... (επικίνδυνος)! Και δυστυχώς δεν είσαι μόνο επικίνδυνος...
|
|
|
|
21 Sep 2005, 17:39
Post
#20
|
|
|
Level V ![]() ![]() ![]() ![]() ![]() Group: Members Posts: 102 Joined: 23-May 02 Member No.: 608 |
Το τελευταίο post του Φούτρε εμφανίζει την ίδια ανάγκη κριτικής ανακάθαρσης με εκείνη που παρουσίαζαν οι προηγούμενες δημοσιεύσεις του. Ίσως μάλιστα και μεγαλύτερη: Κι αυτό γιατί ?κατά «νεμεσιακό» τρόπο- το post αυτό φέρει το ίδιο ακριβώς γνώρισμα με εκείνο που αμετροεπώς αποδίδει στον ισχύοντα ΠΚ: Αποτελεί άνθρακα αντί θησαυρού! Κοντολογίς, προβάλλονται ένα ψευδοκριτήριο (αρχή βλάβης) και ένα ακόμη μεγαλύτερο ψευδοκριτήριο (αρχή επικουρικότητας, βλ. εκτενώς σχετικά παλιότερο post μου) ως δήθεν επαρκή μεταδογματικά εργαλεία στην κατεύθυνση απεγκληματοποιήσεων και αναμασώνται άκριτα (δήθεν μοντέρνες) θεωρίες ποινής που πρέπει κανείς να προσεγγίζει μετά μεγίστης προσοχής και φιλοσοφικής περίσκεψης...Ακολουθεί διπλή κριτική της πρότασης Foutre, αφενός ενδοσυστηματική (με αποδοχή ως προκειμένης της αρχής της βλάβης), αφετέρου εξωσυστηματική (με κατέδειξη παραδόξων της αρχής αυτής που επιβάλλουν την αναζήτηση άλλου καταλληλότερου κριτηρίου).
Η αρχή της βλάβης ως αρχή που αναπτύχθηκε στο ευρύτερο περιβάλλον της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας είναι πολύ πιο σύνθετη και πλούσια απότα υπολείμματά της με τα οποία επιχειρεί να θρέψει την αχόρταγη ανακάθαρσή του ο Foutre (και δη συνοδευόμενα από συνταγματολογική γαρνιτούρα). Περιλαμβάνει λ.χ. η αρχή της βλάβης και μια επιμέρους εκδοχή, που κάποιοι αποδίδουν ως «αρχή της προσβλητικής ενόχλησης»: Αν και αυτή η τελευταία ληφθεί (όπως πρέπει) υπόψη, τότε στη θέση των όσων γράφει ο Foutre απομένει μόνο μια κραυγαλέα αντίφαση που συνοπτικώς έχει ως εξής: Προτείνεται απεγκληματοποίηση διατάξεων ΠΚ κατ? εφαρμογή της αρχής της βλάβης, τη στιγμή που κατά την ίδια αυτή αρχή - στην εκδοχή της προσβλητικής ενόχλησης- οι εν λόγω διατάξεις βρίσκουν επαρκέστατη και προφανέστατη δικαιολόγηση. Αυτή είναι μια πρόχειρη παρατήρησή μου, που επιχειρεί να καταδείξει ότι η εξίσου πρόχειρη σύλληψη της αρχής της βλάβης από τον Foutre θα οδηγόύσε σε μια (τουλάχιστον!) αθεράπευτη ενδοσυστηματική ασυνέπεια... Εξωσυστηματικώς τώρα, θα περιοριστώ να υποδείξω κάποια γνωστά παράδοξα που προκαλεί η υιοθέτηση της αρχής της βλάβης ως κριτηρίου εγκληματοποίησης (και απεγκληματοποίησης) συμπεριφορών καλώντας τον Foutre να απαντήσει στα ερωτήματα: Για ποιό λόγο πρέπει να εγκληματοποιείται μια συμπεριφορά που βλάπτει συμφέρον όταν το συμφέρον αυτό δύναται ευχερώς να αποκατασταθεί στην προηγούμενη κατάσταση ειρήνευσής του (π.χ. στην περίπτωση μιας μικροαπάτης); Για ποιό λόγο πρέπει να εγκληματοποιείται μια συμπεριφορά που βλάπτει συμφέρον όταν το συμφέρον αυτό εκλείπει ολοκληρωτικά μαζί με τον βασικό φορέα του (π.χ. ανθρωποκτονία); Μαζί, λοιπόν, με τις διατάξεις που προτείνει να διαγραφούν από τον ΠΚ ο Φούτρε (ως δήθεν μη βλαπτικά ψευδοεγκλήματα) ας προστεθούν -κατά συνεπή εφαρμογή του μαγικού ραβδιού-κριτηρίου βλάβης- οι ανθρωποκτονίες και οι απάτες...Και ας αναζητήσουμε κατόπιν, όλοι μαζί κάποιο άλλο επάγγελμα, καθώς είναι βέβαιο ότι μαζί με τον εξαφανισμένο πια από το κριτήριό του Φούτρε, σκληρό πυρήνα του ΠΚ, θα εκλείψει δυστυχώς και η αγαπημένη μας ενασχόληση: τα ποινικολογικά γλωσσικά παίγνια... Συμπέρασμα: Επίκληση της αρχής της Βλάβης στην κατεύθυνση ανακαθαρτηρίων απεγκληματοποιήσεων, χωρίς προηγουμένως να έχει συντελεστεί ουσιαστικός ηθικός επικαθορισμός του σημασιολογικού περιεχομένου της έννοιας της βλάβης απορρίπτεται ως α-νόητη! Και συνεπώς: Άνθρακες ο Foutreios θησαυρός που εις μάτην θα επιχειρήσει ο αναγνώστης να ανεύρει στο τελευταίο post του καλού μου φίλου... Υ.γ. Φούτρε μου, καλωσήρθες από τις διακοπές σου! Λύσε μου μια ακόμη απορία: Πώς ακριβώς πιστεύεις ότι συμβιβάζεται η εγκληματοποίηση της απόπειρας με την αρχή της βλάβης και την αρχή της επικουρικότητας; |
|
|
|
![]() ![]() |
| Lo-Fi Version | Time is now: 30th July 2010 - 19:43 |